Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Αποζημίωση λόγω παρανόμου αποστρατείας

Αποζημίωση λόγω παρανόμου αποστρατείας

Μια ενδιαφέρουσα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας:

Αριθμός 1081/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2018, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κων. Φιλοπούλου, Β. Πλαπούτα, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αγγ.  Χριστοδούλου.

Για να δικάσει την από 12 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεως της,
κατά του ..., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (...), ο οποίος παρέστη με τη 
δικηγόρο ………, που τη διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4402/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.


Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 
4402/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 2106/2016 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν εν μέρει την από 01.04.2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού, ανεγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει ποσό ύψους 42.855,75 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρον 105 ΕισΝΑΚ, λόγω της παρανόμου αποστρατείας του. Το προαναφερθέν ποσό αντιστοιχεί σε διαφορά του εφ’ άπαξ βοηθήματος και των 
μερισμάτων, τα οποία θα ελάμβανε την 05.04.2007, εάν δεν είχε παρανόμως 
αποστρατευθεί την 26.07.2002. 

3. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που 
άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, 
αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 
(Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3.[Ως ισχύει, κατόπιν της αντικαταστάσεώς της δια του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016, Φ.Ε.Κ. Α΄ 240)] Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους 
ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,...».

4. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος κατετάγη στο Πολεμικό Ναυτικό την 20.09.1972 ως ναυτικός δόκιμος. Δια του από 26.07.2002 προεδρικού διατάγματος ετέθη εις αυτεπάγγελτο αποστρατεία με τον βαθμό του Πλοιάρχου. Δια τον λόγον αυτόν έλαβε εκ του Ειδικού Λογαριασμού Ταμείου Αλληλοβοηθείας Ναυτικού του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού το ποσό των 78.447,81 ευρώ (ή 77.079,13 ευρώ, αφαιρουμένων των κρατήσεων), το οποίον αντιστοιχούσε στο εφ’ άπαξ βοήθημα, που εδικαιούτο να εισπράξει δια την μέχρι τούδε παραμονή τους εις τις τάξεις του Π.Ν. Δεδομένου ότι το από 26.07.2002 π.δ. ανεκλήθη δια του νεωτέρου από 08.07.2004 προεδρικού 
διατάγματος (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 190/14.07.2004), ο αναιρεσίβλητος προήχθη στον βαθμό του Αντιπλοιάρχου, κατόπιν επανακρίσεώς του από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (Σ.Α.Γ.Ε.) σε επανάληψη της τακτικής κρίσεως του έτους 2001-2002, ως προακτέος κατ’ αρχαιότητα, της προαγωγής του λογιζομένης από 07.03.2001. Εν συνεχεία, ετέθη εις αυτεπάγγελτο αποστρατεία με το βαθμό του Αρχιπλοιάρχου, εν όψει του ότι εκρίθη από το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο Κρίσεων του Πολεμικού Ναυτικού δια την τακτική κρίση του έτους 2003-2004, αφ’ ενός ως ευδοκίμως τερματίσας την σταδιοδρομία του, της αποστρατείας αυτού λογιζομένης από 22.04.2003, αφ’ ετέρου ως προακτέος στον βαθμό του Αρχιπλοιάρχου, της προαγωγής
του λογιζομένης από 07.03.2003. Παραλλήλως, δια της υπ’ αρ. Β3-ΙΙ 
Φ.415.4/16/2005/29.07.2005 αποφάσεως του Γ.Ε.Ν. ο αναιρεσίβλητος ανεκλήθη, κατόπιν αιτήσεώς του, στην ενεργό υπηρεσία από την 29.08.2005 δια την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ως μόνιμος αξιωματικός εξ εφεδρείας. Ακολούθως, δια του από 26.10.2005 π.δ/τος (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 288/02.11.2005) ανεκλήθη το προηγούμενο από 08.07.2004 π.δ., δια του οποίου είχαν κυρωθεί οι πίνακες κρίσεων των παρελθόντων ετών, καθ’ ό μέρος δι’ αυτού είχε κυρωθεί ο πίνακας της οφειλομένης τακτικής κρίσεως του έτους 2003-2004 και είχε κριθεί ως ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του και προακτέος, δια την απονομή του ως άνω αποστρατευτικού 
βαθμού, καθώς και καθ’ ό μέρος είχε τεθεί εις αυτεπάγγελτο αποστρατεία. 
Περαιτέρω, δια του αυτού π.δ/τος, κατόπιν κρίσεως αυτού από Α.Ν.Σ.Κ. του Π.Ν. δια την οφειλομένη έκτακτο κρίση του έτους 2005-2006, ως ευδοκίμως 
τερματίσαντος την σταδιοδρομία του και προακτέου στον βαθμό του Αρχιπλοιάρχου, της προαγωγής αυτού λογιζομένης από 03.03.2005, ο αναιρεσίβλητος ετέθη εκ νέου εν αποστρατεία από 13.04.2005. Εν συνεχεία, δια του από 04.01.2007 π.δ/τος (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 41/25.01.2007) ανεκλήθησαν τα από 08.07.2004 και 26.10.2005 π.δ. καιο αναιρεσίβλητος, κατόπιν επανακρίσεως από το Σ.Α.Γ.Ε., εις συμμόρφωση προς απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, προήχθη στον βαθμό του Πλοιάρχου, σε 
επανάληψη της τακτικής κρίσεως του έτους 2000-2001, ως προακτέος κατ’ εκλογήν, της προαγωγής του λογιζομένης από 12.05.2000 και στον βαθμό του Αρχιπλοιάρχου, κατόπιν επανακρίσεως από το Α.Ν.Σ.Κ. σε οφειλομένη έκτακτο κρίση του έτους 2004, ως προακτέος κατ’ εκλογήν, της προαγωγής λογιζομένης από 01.04.2004 και ετέθη εκ νέου εις αυτεπάγγελτο αποστρατεία με τον βαθμό του Υποναυάρχου, εν όψει του ότι εκρίθη από το Σ.Α.Γ.Ε. δια την οφειλομένη τακτική κρίση του έτους 2006, αφ’ ενός ως ευδοκίμως τερματίσας την σταδιοδρομία του, της αποστρατείας του λογιζομένης από 02.04.2006, αφ’ ετέρου ως προακτέος στον βαθμό του Υποναυάρχου, της προαγωγής του λογιζομένης από 03.03.2006. Εν τέλει, δια του από 24.10.2007 π.δ/τος (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 866/30.10.2007), αφ’ ενός μεν ανεκλήθη το από 04.01.2007 π.δ., δια του οποίου είχαν κυρωθεί οι πίνακες κρίσεων παρελθόντων ετών, καθ’ ό μέρος είχε κυρωθεί ο πίνακας για την οφειλομένη έκτακτο κρίση του έτους 2006, που είχε κρίνει τον αναιρεσίβλητο ως ευδοκίμως τερματίσαντα την σταδιοδρομία του στον βαθμό του Αρχιπλοιάρχου, τον είχε προαγάγει στον βαθμό του Υποναυάρχου και τον είχε θέσει εν αποστρατεία, αφ’ ετέρου δε ο αναιρεσίβλητος προήχθη στον βαθμό του υποναυάρχου, κατόπιν επανακρίσεώς του από το Σ.Α.Γ.Ε. εις επανάληψη εκτάκτου κρίσεως του έτους 2006, ως προακτέος κατ’  εκλογήν, της προαγωγής του λογιζομένης από 03.03.2006. Εξ άλλου δια του αυτού 
π.δ/τος ετέθη εν αυτεπαγγέλτω αποστρατεία με τον βαθμό του Αντιναυάρχου εν αποστρατεία, εν όψει του ότι είχε κριθεί από το Σ.Α.Γ.Ε., δια την οφειλομένη τακτική κρίση του έτους 2007-2008, ως ευδοκίμως τερματίσας την σταδιοδρομία του και προακτέος στον βαθμό του Αντιναυάρχου εν αποστρατεία, της αποστρατείας του λογιζομένης από 05.04.2007, συνέχισε δε να υπηρετεί ως έφεδρος και απελύθη από τις τάξεις του Π.Ν. δι’ αποφάσεως του Γ.Ε.Ν. την 09.05.2008. Δια της από 01.04.2009 αγωγής του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε ποσό ύψους 74.804,87 ευρώ, ως διαφορά του εφ’ άπαξ βοηθήματος, το οποίον αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από
26.07.2002 έως 05.04.2007, οπότε και είχε παρανόμως αποστρατευθεί και την διαφορά μερισμάτων του Μ.Τ.Ν.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν εν μέρει την αγωγή του, του επεδίκασε ποσό 42.855,75 ευρώ νομιμοτόκως. Έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης. 

Ειδικώτερον, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε ισχυρισμόν του Δημοσίου ότι οι 
γεννηθείσες από της επομένης των εκδόσεων των από 08.07.2004, 6.10.2005 και 04.01.2007 αποκαταστατικών προεδρικών διαταγμάτων αξιώσεις είχαν υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνον ασκήσεως της αγωγής (01.04.2007), με την σκέψη ότι οι εν λόγω αξιώσεις είχαν καταστεί δικαστικώς επιδιώξιμες από της δημοσιεύσεως του τελευταίου από 24.10.2007 αποκαταστατικού διατάγματος και έως την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής, ήτοι την 01.04.2009 δεν είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή.


5. Επειδή, η παρούσα αίτηση, κατατεθείσα την 15.12.2017, διέπεται από τις 
διατάξεις του ν. 3900/2010, το δε αντικείμενο της διαφοράς είναι ανώτερο των 
40.000 ευρώ. Περαιτέρω, το αναιρεσείον προβάλλει ότι η κρίση της 
αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά στο χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής των αξιώσεων των παρανόμως αποστρατευθέντων, εν περιπτώσει διαδοχικών αποκαταστατικών προεδρικών διαταγμάτων, είναι αντίθετη προς τις υπ’ 
αρ. 2267/2017 και 4387/2014 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τις οποίες ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων, εν περιπτώσει παρανόμου αποστρατείας, άρχεται από της επομένης της εκδόσεως εκάστου αποκαταστατικού προεδρικού διατάγματος. Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς και είναι εξεταστέος.

6. Επειδή, ως έχει κριθεί (ΣτΕ 4387/2014, 2267/2017), η διετής παραγραφή των αξιώσεων των παρανόμως αποστρατευθέντων άρχεται από της επομένης της εκδόσεως του ευνοϊκού δι’ αυτούς αποκαταστατικού προεδρικού διατάγματος. Επί πλειόνων δε αποκαταστατικών διαταγμάτων, εκδοθέντων διαδοχικώς κατά χρόνον, η σχετική διετής παραγραφή άρχεται από της εκδόσεως ενός εκάστου. Επομένως, έσφαλε το δικάσαν Εφετείο, θεωρήσαν ότι οι επίδικες αξιώσεως είχαν καταστεί επιδιώξιμες από της επομένης της δημοσιεύσεως του τελευταίου αποκαταστατικού διατάγματος, εκδοθέντος την 24.10.2007 και, ως εκ τούτου, δεν είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνον ασκήσεως της αγωγής την 01.04.2009. Δια τον λόγον δε αυτόν βασίμως προβαλλόμενο, η παρούσα αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρήζει διερευνήσεως κατά το πραγματικόν αυτής, να παραπεμφθεί στο δικάσαν Εφετείο, προκειμένου το τελευταίο να εκτιμήσει ποίες εκ των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ή ποία τμήματα αυτών είχαν υποπέσει στην, κατ’ άρθρον 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, διετή παραγραφή, αφού ληφθούν υπ’ όψη εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θα αποτελούσαν, κατά νόμον, λόγο διακοπής της παραγραφής της αντιστοίχου αξιώσεως.

7. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή. 

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.

Αναιρεί την υπ’ αρ. 4402/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αιτιολογικό.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία 
ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2018

Η Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος Η Γραμματέας

Μ. Καραμανώφ Αγγ. Χριστοδούλου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 2018.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Ο Γραμματέας

Μ. Παπαδοπούλου Λ. Ρίκος