Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Το Μισθοδικείο ενισχύει το “οπλοστάσιο” των στρατιωτικών, μέσω απόφασης για τους δικαστές

shadow

Απόφαση του Μισθοδικείου για τις περικοπές στους μισθούς των δικαστικών που αφορά και στους στρατιωτικούς.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ΑΠΕ  “το Μισθοδικείο με την υπ΄ αριθμ. 127/2016 απόφασή του, έκρινε ότι είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), οι διατάξεις των νόμων 4270/2014 και 4307/2014, οι οποίες προέβλεψαν την περικοπή κατά 50%, της διαφοράς αποδοχών που οφείλονταν στους δικαστικούς λειτουργούς, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 30.6.2014. Διαφορά που προέκυψε από προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (88/2013), που έκρινε αντισυνταγματική την αναδρομική μείωση των αποδοχών τους από 1η Αυγούστου 2012 έως 30η Ιουνίου 2014.

Αναλυτικότερα, το Μισθοδικείο, με πρόεδρο την αντιπρόεδρο του ΣτΕ Ειρήνη Σάρπ και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Γεώργιο Βώρο και με μειοψηφία δύο μελών του (καθηγητών πανεπιστημίων), έκρινε ότι ... Διαβάστε περισσότερα 

Ολόκληρη η απόφαση

2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή ζητείται η μεταρρύθμιση των πράξεων του Τμήματος Μισθοδοσίας της Διευθύνσεως Οικονομικού της Γενικής Διευθύνσεως Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά το μέρος που με αυτές είχαν υπολογισθεί οι αποδοχές των προσφευγόντων, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2013, επί τη βάσει των, κατ’ αυτούς αντιθέτων προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου, διατάξεων των περιπτώσεων 13, 14 και 37 υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και των απολύτως συναφών με αυτές διατάξεων της υπ’ αριθ. οικ.2/83408/0022/14.11.2012 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017).

 

3. . . .

 

5. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4, 5 παρ. 1 και 2 και 8 του ως άνω ν. 3038/2002 (Α΄ 180), ερμηνευομένων εν όψει του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται οι σχετικές με κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών διαφορές, εφόσον η επίλυση των οικείων νομικών ζητημάτων αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου των προσώπων αυτών. Μετά δε την επίλυση του εμπίπτοντος στην δικαιοδοσία του νομικού ζητήματος, εφόσον τούτο δεν έχει ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφασή του, το Ειδικό Δικαστήριο παραπέμπει τη σχετική υπόθεση για την περαιτέρω εκδίκασή της στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή είτε σε τακτικό διοικητικό δικαστήριο είτε στο Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. την 88/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, επίσης την 78/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου). Το δικαστήριο δε, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, συμμορφούμενο ως προς το επιλυθέν νομικό ζήτημα με την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, επιλύει οριστικώς την διαφορά (βλ. τις 154/2011, 83/2013, κ.ά. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου). Αν το τιθέμενο στην υπόθεση νομικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφασή του, το Ειδικό Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει τούτο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο για την περαιτέρω εκδίκασή της, και δεν προβαίνει στην εκ νέου κρίση επί του ζητήματος αυτού. Τούτο προκύπτει από το ίδιο το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο, περιορίζοντας την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στην επίλυση νομικών ζητημάτων που μπορούν να επηρεάσουν την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, λαμβάνει ως δεδομένο ότι η απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί πράγματι να επηρεάσει στο μέλλον ευρύτερο αριθμό δικαστικών λειτουργών. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το άρθρο 7 του προαναφερθέντος, εκτελεστικού του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ν. 3038/2002, το οποίο ορίζει ότι «στη δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δικαστικός λειτουργός ή μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που έχει εκκρεμή υπόθεση με το αυτό νομικό ζήτημα», παρέμβαση που δεν θα μπορούσε ευχερώς να δικαιολογηθεί αν η κρίση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση στην δική του υπόθεση. Περαιτέρω, όμως, και ανεξαρτήτως του ζητήματος αν γενικώς οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν στην ελληνική έννομη τάξη πηγή δικαίου, η ανωτέρω ερμηνεία επιβάλλεται και για λόγους ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος (πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολομ.), αλλά και αποφυγής κλονισμού της αξιοπιστίας του ίδιου του Δικαστηρίου, διότι νέα κάθε φορά κρίση επί του αυτού ζητήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιφατικές αποφάσεις χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότης επιλύσεως των συγκρούσεων, δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε ο εις εκτέλεση αυτού εκδοθείς ν. 3038/2002 προβλέπει διαδικασία άρσεως συγκρούσεων όχι μόνον μεταξύ του Ειδικού Δικαστηρίου και άλλων δικαστηρίων, αλλά ούτε μεταξύ των διαφόρων συνθέσεων του ίδιου του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο είναι μεν, κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ένα Δικαστήριο, αλλά, εκτός του ότι η θητεία των μελών του διαρκεί μόνον για ένα έτος, και εντός ενός και του αυτού έτους το εν λόγω Δικαστήριο δεν δικάζει υπό την αυτή πάντοτε σύνθεση, εφόσον το άρθρο 1 του ν. 3038/2002 προβλέπει – παρά το γεγονός ότι τα τιθέμενα νομικά ζητήματα (μισθολογικά, φορολογικά, συνταξιοδοτικά) κατά το συνήθως συμβαίνον δεν αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς ενός μόνον κλάδου της δικαιοσύνης – εν μέρει άλλη σύνθεση για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και άλλη σύνθεση για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς της πολιτικής και της ποινικής δικαιοσύνης και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ, εξάλλου, η σύνθεση του μπορεί να μεταβάλλεται από δικάσιμο σε δικάσιμο με την συμμετοχή άλλοτε τακτικού μέλους και άλλοτε του αναπληρωματικού του∙ διαφορετική δε κάθε φορά κρίση ως προς το ίδιο νομικό ζήτημα, αναλόγως με τα πρόσωπα που αποτελούν την συγκεκριμένη κάθε φορά σύνθεση του Δικαστηρίου, θα μετέτρεπε την απονομή της δικαιοσύνης για την συγκεκριμένη κατηγορία διαδίκων (δικαστικών λειτουργών) σε τυχερό παίγνιο και θα κλόνιζε τον σεβασμό όχι μόνον προς τις αποφάσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου – στο οποίο το Σύνταγμα φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία, ένδειξη της οποίας αποτελεί και η ιδιότητα των μελών που το συγκροτούν (τρεις ανώτατοι δικαστές, τρεις καθηγητές ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τρεις δικηγόροι, μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων) – αλλά και προς την δικαιοσύνη γενικότερα (πρβλ. απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 2.11.2010, αριθ. προσφυγής 38155/02, Stefanica και λοιποί κατά Ρουμανίας, σκέψεις 37 και 38). Ενόψει δε των ανωτέρω, εφόσον νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρυτέρου κύκλου των προσώπων αυτών, έχει ήδη επιλυθεί με απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ένδικο βοήθημα, στο οποίο ανακύπτει το ίδιο αυτό ζήτημα, νομίμως ασκείται απ’ ευθείας ενώπιον του κατ’ αρχήν αρμοδίου, ως εκ του αντικειμένου της διαφοράς, τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο (τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή Ελεγκτικό Συνέδριο) δεν υποχρεούται να παραπέμψει το ένδικο αυτό βοήθημα προς εκδίκαση στο Ειδικό Δικαστήριο, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3038/2002, αλλά κρατεί και δικάζει τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την επιλύουσα το νομικό ζήτημα απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου. Και τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3038/2002, κατά την αληθή έννοιά της, αναφέρεται στα ένδικα βοηθήματα, στα οποία ανακύπτει νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρυτέρου κύκλου των προσώπων αυτών, εφόσον, όμως, το ζήτημα αυτό δεν έχει ήδη επιλυθεί με απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου (βλ. την 84/2014 απόφαση του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου). Εξάλλου, αναγκαία συνέπεια όλων των ανωτέρω, αλλά και της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα (ειδικότερα δε από την προαναφερθείσα θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου και από τα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος) και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256), υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις και εκτελέσεως αυτών, ώστε η παρεχόμενη δικαστική προστασία να είναι αποτελεσματική, είναι ότι τα όργανα της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και να λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα για το σκοπό αυτό μέτρα. [Άλλωστε, την άποψη αυτή φαίνεται ότι αποδέχονται τόσο η νομοθετική όσο και η εκτελεστική εξουσία, βλ. τις μνημονευόμενες στις σκέψεις 9 και 11 αιτιολογικές εκθέσεις, καθώς και τα αναφερόμενα στη σκέψη 12 πρακτικά από τις Συνεδριάσεις ΚΕ/12.11.2014 και ΚΣΤ΄/13.11.2014 της Βουλής, από τα οποία φαίνεται ότι τόσο η κυβερνητική πλειοψηφία όσο και η αντιπολίτευση δέχονται ότι πρέπει να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα προς συμμόρφωση με την κατωτέρω μνημονευόμενη 88/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και το αντικείμενο της συζητήσεως είναι αν η μερική συμμόρφωση προς τις αποφάσεις είναι δυνατόν να γίνει συνταγματικώς ανεκτή εν όψει της συγκεκριμένης δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας.]

 

6. Επειδή, μειοψήφησαν  δύο μέλη . . . : Το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 § 2 του Συντάγματος δεν δεσμεύεται από προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και τούτο διότι τέτοια δέσμευση δεν προκύπτει από καμία διάταξη του Συντάγματος ή του ν. 3038/2002. Άλλωστε, οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν αποτελούν κατ’ αρχήν  στην ελληνική έννομη τάξη άμεση πηγή δικαίου, ο δε δικαστής, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, υπόκειται, κατά τη ρητή συνταγματική επιταγή του άρθρου 87 § 2 του Συντάγματος, μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους. Η ενέργεια, επομένως, μιας δικαστικής απόφασης καθορίζεται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της όρια μόνο από τον νόμο, είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεσμεύουν κατώτερο δικαστήριο που ασχολείται με την ίδια υπόθεση μόνο για το νομικό μέρος (580 § 4 ΚΠολΔ – αντίστοιχη είναι κατά βάση και η δεσμευτικότητα των αναιρετικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 57 § 2 τελ. εδάφιο του πδ 18/1989). Όπου κατ’ εξαίρεση ο νομοθέτης θέλησε οι αποφάσεις ενός δικαστηρίου να ισχύουν έναντι όλων ή έναντι του ιδίου δικαστηρίου σε άλλες, από πλευράς υποκειμενικών ή αντικειμενικών ορίων, μελλοντικές υποθέσεις το εξέφρασε ρητώς (όπως λ.χ. στο άρθρο 51 ν. 345/1976, όπου ρητώς ορίζεται ότι η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που κηρύσσει την αντισυνταγματικότητα διάταξης νόμου ισχύει έναντι πάντων ή στις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ως προς τη δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από το δεδικασμένο των αποφάσεων των πολιτικών και των ποινικών δικαστηρίων). Τέτοιου είδους και περιεχομένου νομοθετική ρύθμιση δεν υπάρχει για τις αποφάσεις που εκδίδονται από το Δικαστήριο του άρθρου 88 § 2 του Συντάγματος. Αντιθέτως  η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3038/2002 ορίζει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου «παράγει τα αποτελέσματά της έναντι των διαδίκων της δίκης, περιλαμβανομένων και των τυχόν παρεμβάντων». Ώστε οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου δεν παράγουν ενδοδιαδικαστική ή άλλη δέσμευση σε μεταγενέστερες υποθέσεις του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να ακολουθήσει προηγούμενη νομολογία του, μπορεί, όμως, και να αποκλίνει αυτής. Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από το γεγονός, ότι κατά το γράμμα της διάταξης του άρθρου 88 § 2 του Συντάγματος, προϋπόθεση για την υπαγωγή διαφοράς δικαστικού λειτουργού σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις τους είναι «η επίλυση των σχετικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων» (αντίστοιχη είναι και η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3038/2002), διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί απλώς πρόκριμα για την καθίδρυση της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου (βλ. 17, 18 και 19/2006 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου) και σε καμία περίπτωση από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεν μπορεί να αντληθεί η ενδοδιαδικαστική ή άλλη δέσμευση του ίδιου του Ειδικού Δικαστηρίου ως προς τα νομικά ζητήματα που το ίδιο επέλυσε με προηγούμενες αποφάσεις του. Τυχόν τέτοια δέσμευση θα προσέκρουε, άλλωστε, και σε αυτό τον σκοπό της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης του άρθρου 88 § 2, αφού, κατ’ αποτέλεσμα, θα απέκλειε τη δυνατότητα περαιτέρω διάπλασης του δικαίου που αποτελεί εγγενές στοιχείο της δικαιοδοσίας. Με τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι από απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δημιουργείται δέσμευση για τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και σε άλλες υποθέσεις εκτός από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η συγκεκριμένη απόφαση.

 

7. Επειδή, το άρθρο 26 του Συντάγματος καθιερώνει ευθέως την αρχή της διακρίσεως των τριών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες, αφού μόνον δια της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκριση αυτών, η οποία αποτελεί το βάθρο της οργανώσεως και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής εξουσίας και του κράτους δικαίου. Ειδικώς, για τη δικαστική λειτουργία καθιερώνεται, κατά την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της, η ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει, ευθέως και ρητώς με το άρθρο 87 παρ. 1 αυτού, λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δι’ αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες, μέσω της οποίας μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματική διάκριση των λειτουργιών) προς την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της τελευταίας αυτής θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 26 του Συντάγματος, και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, την οποία το Σύνταγμα στη συνέχεια καθιερώνει ευθέως και ρητώς στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, επιτάσσοντας την χορήγηση σε αυτούς αποδοχών, οι οποίες πρέπει πάντοτε να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους, δηλαδή προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας (βλ. και την παρόμοια διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος του 1952). Συνεπώς, οι αποδοχές αυτές πρέπει όχι μόνον να είναι τουλάχιστον ίσες προς τις αποδοχές των αντιστοίχων προς τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αλλά και επαρκείς να εξασφαλίσουν αφ’ ενός μεν την αξιοπρεπή διαβίωση των δικαστικών λειτουργών, δηλαδή την διαβίωσή τους κατά τρόπο συνάδοντα προς το κύρος του λειτουργήματος που ασκούν και την αποστολή τους ως οργάνων της τρίτης πολιτειακής εξουσίας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2080/1950), λαμβανομένου υπ’ όψη ότι από το άρθρο 89 παρ. 1 του Συντάγματος επιβάλλεται η αποκλειστική απασχόλησή τους με την απονομή του δικαίου (με ορισμένες εξαιρέσεις που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 του ως άνω άρθρου 89 και αφορούν απασχολήσεις συναφείς με το δικαστικό λειτούργημα), και αφ’ ετέρου την απερίσπαστη εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών άσκηση των καθηκόντων τους (πρβλ. αποφάσεις Σ.τ.Ε. Ολομελείας 3670/1994, 1849/2009, 675-6/2010 και  του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου 13, 21/2006, 3/2008, 57/2010, καθώς και απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 26.4.2006, Zubko και λοιποί κατά Ουκρανίας). Και ναι μεν δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα συγκεκριμένο ύψος αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, τούτο δε προφανώς καθορίζεται εν όψει των εκάστοτε κρατουσών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των θεσπιζομένων για τα αντίστοιχα με τους δικαστικούς λειτουργούς όργανα των άλλων δύο λειτουργιών αποδοχών, απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών είναι και η εξασφάλιση της κατ’ αρχήν σταθερότητας των αποδοχών τους και η αποφυγή, κατά το δυνατόν, της ανατροπής του μισθολογικού τους καθεστώτος με αιφνίδιες, αλλεπάλληλες ή σοβαρές μειώσεις των αποδοχών τους ή, πολύ περισσότερο, της δημιουργίας κλίματος διαρκούς ανασφάλειας με την εξαγγελία της δυνατότητας και άλλων μειώσεων στο μέλλον ή της, αγνώστου περιεχομένου, αναμορφώσεως του μισθολογίου τους, διότι μόνον υπό την προϋπόθεση αυτή μπορεί να εξασφαλισθεί ότι θα είναι σε θέση να ασκήσουν τα καθήκοντά τους απερίσπαστοι και να επιτελέσουν τον κατά το Σύνταγμα προορισμό τους. Τούτο δε επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο εν όψει του ότι η δικαστική εξουσία, αν και, κατά το Σύνταγμα, είναι ισοδύναμη και ισότιμη με τις άλλες δύο εξουσίες και έχει ως αποστολή να ελέγχει τις πράξεις των οργάνων τους, τελεί, ως προς το ζήτημα του καθορισμού του ύψους των αποδοχών των δικών της οργάνων, σε μειονεκτική θέση έναντι των δύο άλλων εξουσιών, τα αντίστοιχα με τους δικαστικούς λειτουργούς όργανα των οποίων μετέχουν στην λήψη των αποφάσεων για τον καθορισμό των αποδοχών τους, με την κατάρτιση και την ψήφιση του προϋπολογισμού και των σχετικών με τα διάφορα μισθολόγια νόμων [βλ. α) άρθρο 79 του Συντάγματος «1. Η Βουλή … ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους … 2. … 3. Προσχέδιο του προϋπολογισμού κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή … Ο Υπουργός Οικονομικών, λαμβάνοντας υπόψη και τις παρατηρήσεις της επιτροπής, εισάγει τον προϋπολογισμό στη Βουλή … Ο προϋπολογισμός συζητείται και ψηφίζεται από την Ολομέλεια σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός, ο οποίος και  εξασφαλίζει το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους όλες οι πολιτικές  μερίδες της Βουλής. 4. … 8. …», β) άρθρο 63 του Συντάγματος «1. Οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους,  δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες. Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. 2. Οι βουλευτές  απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που  η έκτασή της καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. 3. …»,  γ) άρθρο 72 παρ. 1 του Συντάγματος «… Στην Ολομέλεια της Βουλής ψηφίζεται … ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής», και γ) απόφαση της Βουλής, η οποία ελήφθη κατά την συνεδρία ΚΔ΄ αυτής της 22.12.1964 και διατηρήθηκε σε ισχύ με  το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της 17/18.2.1975 (ΦΕΚ Α΄ 23/18.2.1975) και με την οποία ορίσθηκε ότι «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχομένων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανωτάτου Δικαστικού Λειτουργού»]. Αντιθέτως, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται, μέσω της καταρτίσεως και ψηφίσεως του προϋπολογισμού και του νόμου περί του μισθολογίου τους, από όργανα της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, δηλαδή από όργανα, τις πράξεις των οποίων υποχρεούνται, κατά το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του αποβλέποντος στην πραγμάτωση του κράτους δικαίου συστήματος αμοιβαίων ελέγχων των τριών λειτουργιών, να ελέγχουν οι  δικαστικοί λειτουργοί. Η αδυναμία δε αυτή των οργάνων της δικαστικής εξουσίας να επέμβουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκ των προτέρων στην ρύθμιση, εκ μέρους των οργάνων των άλλων δύο εξουσιών, του ζητήματος των αποδοχών τους – ζητήματος αρρήκτως, όμως, συνδεομένου, κατά τα προεκτεθέντα, με την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, διότι πραγματικώς ανεξάρτητοι δεν μπορούν να είναι, αλλά ούτε και να αισθάνονται λειτουργοί, η εξασφάλιση των μέσων επιβίωσης των οποίων εξαρτάται από την βούληση άλλων οργάνων, τις πράξεις των οποίων υποχρεούνται, κατά το Σύνταγμα, να ελέγχουν –  δεν εξισορροπείται με την δυνατότητα να προσφύγουν εκ των υστέρων στο παρόν, προβλεφθέν με το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος και αποτελούμενο κατά πλειοψηφία (έξι έναντι τριών) από μη τακτικούς δικαστές, Ειδικό Δικαστήριο και να αναμείνουν κατ’ αρχάς την εκ μέρους του επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων και στη συνέχεια, σε περίπτωση, θετικής υπέρ αυτών αποφάνσεως του εν λόγω Δικαστηρίου, να αναμείνουν την προς την κρίση αυτή συμμόρφωση εκ μέρους των οργάνων και πάλι των άλλων δύο εξουσιών με την έκδοση των σχετικών πράξεων, νομοθετικών ή διοικητικών. Εν όψει των ανωτέρω, μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών με μείωση των αποδοχών τους, ιδιαιτέρως μάλιστα στην περίπτωση που η μείωση αυτή είναι τέτοιας φύσεως ή εκτάσεως, που να επιφέρει είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με άλλα, γενικής φύσεως μέτρα ισχύοντα για όλους τους πολίτες, όπως φορολογικά, πράγματι ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει αφ’ ενός μεν χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος δημοσίου συμφέροντος και αφ’ ετέρου χωρίς να προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία ότι η μείωση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα μέτρα, ότι αντίστοιχες μειώσεις έχουν γίνει και στις αποδοχές των αντίστοιχων με τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, ώστε οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών να παραμένουν τουλάχιστον ίσες με τις αποδοχές των οργάνων αυτών και μετά τη μείωση, και ότι έχει εκτιμηθεί, αυτοτελώς και ασχέτως με τις αφορώσες άλλες κατηγορίες λειτουργών ρυθμίσεις, το όφελος από την εν λόγω μείωση σε σχέση με τις επιπτώσεις που η μείωση αυτή μπορεί να έχει στην ανεξαρτησία των δικαστών και, κατά συνέπεια, στην  ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, καθώς και στην εκ μέρους των  δικαστών άσκηση των καθηκόντων τους με την αναγκαία προσήλωση, λαμβανομένων υπ’ όψη και παραγόντων όπως το κόστος ζωής και οι φορολογικές και λοιπές οικονομικής φύσεως υποχρεώσεις, τις οποίες οι δικαστές, όπως και οι άλλοι πολίτες, υπέχουν. Για  το λόγο δε αυτό και το Σύνταγμα στο άρθρο 88 παρ. 2 επιβάλλει τα  σχετικά με την μισθολογική εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών ζητήματα να ρυθμίζονται με ειδικό νόμο (βλ. και την παρόμοια διάταξη του άρθρου 87 παρ. 3 του Συντάγματος του 1952).  Η πρόβλεψη αυτή περί ειδικού νόμου έχει την έννοια όχι ότι η ρύθμιση του μισθολογικού καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών πρέπει κατ’ ανάγκην να γίνεται με ιδιαίτερο νόμο,  με τον οποίο δεν θα ρυθμίζονται άλλα ζητήματα, αλλά ότι πρέπει να προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφισή του, με την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, ότι κατά τον καθορισμό του  ύψους των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη θέση, που το άρθρο 26 του Συντάγματος και οι εξειδικεύουσες τις προκύπτουσες από αυτό αρχές συνταγματικές διατάξεις αποδίδουν,  προς πραγμάτωση του κράτους δικαίου, στην δικαστική εξουσία,  καθιστώντας αυτήν ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο εξουσίες, και ότι το ύψος αυτών δεν καθορίσθηκε σε συνάρτηση με παράγοντες που αφορούν το μισθολογικό καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών, που ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία (βλ. και 88/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

8. Επειδή, με την προαναφερθείσα 88/2013 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 13 και 14 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκε αναδρομική από 1.8.2012 μείωση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, καθώς και η απολύτως συναφής προς αυτές εξουσιοδοτική διάταξη της περιπτώσεως 37 της ίδιας ως άνω υποπαραγράφου Γ.1, κατά το μέρος που αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς την δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών με την χορήγηση σε αυτούς αποδοχών αναλόγων προς το κύρος και την αποστολή του λειτουργήματός τους. Και τούτο, εν όψει, μεταξύ άλλων, του σημαντικού ύψους των μειώσεων (π.χ. ο βασικός μισθός των Προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων μειώθηκε κατά 1111 ευρώ και του Πρωτοδίκη κατά 289 ευρώ), του ότι είχαν ήδη προηγηθεί, εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών και οκτώ μηνών, τρεις ακόμη μειώσεις, οι οποίες, συνολικώς λαμβανόμενες υπ’ όψη, ανέρχονταν σε σημαντικό επίσης ύψος, του ότι  οι αποδοχές μειώθηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αναδρομικώς, με συνέπεια να συντρέχει περίπτωση στερήσεως κτηθείσης ήδη περιουσίας, και του ότι είχαν επιβληθεί στους φορολογουμένους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις (με την αύξηση φορολογικών συντελεστών, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, μείωση αφορολογήτου ορίου στο φόρο εισοδήματος, κ.λπ.). Περαιτέρω, με την ανωτέρω απόφαση 88/2013 του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι το γεγονός ότι, εφ’ όσον οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσης υπ’ αριθ. οικ. 2/83408/0022/14.11.2012 υπουργικής αποφάσεως δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως ανίσχυρες, για τον προσδιορισμό των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών είναι εφαρμοστέες οι προϊσχύουσες αυτών διατάξεις δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου εκ μέρους του δικαστή, κατά παράβαση του άρθρου 80 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο». Τούτο δε, διότι η εφαρμογή των διατάξεων που ίσχυαν έως την ψήφιση των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4093/2012 για τον υπολογισμό του ύψους των αποδοχών των προσφευγόντων δεν αποτελεί θέσπιση νέων κανόνων δικαίου εκ μέρους του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, αλλά άσκηση έργου ανατεθειμένου κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος στα δικαστήρια και συνισταμένου στην μη εφαρμογή κανόνος δικαίου, που αντίκειται στο Σύνταγμα, και στην επίλυση της διαφοράς με την εφαρμογή, εάν υπάρχει, όπως συνέβαινε στην κρινόμενη υπόθεση, προγενεστέρου νόμου.

 

9. Επειδή, μετά την προαναφερόμενη 88/2013 απόφαση του παρόντος  Ειδικού Δικαστηρίου δημοσιεύθηκε ο ν. 4270/2014 (Α΄ 143/28.6.2014), με το άρθρο 181 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής: «α. Οι διατάξεις των περιπτώσεων 13, 14 … 15 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α 222) καταργούνται από τότε που ίσχυσαν. Με τη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγεται η επελθούσα από 1.8.2012 παύση της αναστολής ισχύος των διατάξεων περί μισθολογικών προαγωγών και επιδόματος χρόνου υπηρεσίας των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.  β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής της διαφοράς αποδοχών που απορρέει από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου, προς τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων». Περαιτέρω, με το άρθρο 183 παρ. 2 περίπτωση δ του ίδιου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι «Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 178 έως και 182 αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου». Στην παρ. 1 της αιτιολογικής εκθέσεως της τροπολογίας, με την οποία προτάθηκε η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 αναφέρεται ότι «Με τη διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών […] αναπροσαρμόζονται, από 1.8.2012, και προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29, 30, 32 και 33 του ν. 3205/2003 (Α” 297), όπως αυτά είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων των περιπτώσεων 13, 14 και 15 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (δηλαδή πριν την 1.8.2012), σε συμμόρφωση προς την υπ’ αριθ. 88/2013 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88, παρ. 2, του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις […] της παρ. 5 του άρθρου 95 του Συντάγματος. […]. Με τη διάταξη της περίπτωσης β΄ της ιδίας παραγράφου προβλέπεται ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα καθοριστεί ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των διαφορών αποδοχών, οι οποίες προκύπτουν από την αναδρομική εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1, στους δικαστικούς λειτουργούς […], εν ενεργεία και συνταξιούχους, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι δεν προκαλείται υπέρβαση των ανώτατων ορίων δαπανών που έχουν προβλεφθεί στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018 (ν. 4263/2014, Α” 117)». Λίγες ημέρες πριν από την δημοσίευση του ανωτέρω ν. 4270/2014 είχαν δημοσιευθεί (13.6.2014) οι αποφάσεις 2192, 2193, 2194, 2195 και 2196/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες είχε επέλθει μείωση των αποδοχών και των συντάξεων των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, ως προς τους οποίους ισχύουν επίσης ειδικά μισθολόγια, αντίκεινται σε συνταγματικές διατάξεις και αρχές και, για το λόγο αυτό, ακυρώθηκε η κατ’ εξουσιοδότηση της περιπτώσεως 37 της ανωτέρω υποπαραγράφου Γ1 εκδοθείσα υπ’ αριθ. οικ. 2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3017/14.11.2012), με τίτλο «Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 …», καθ’ ο μέρος αφορούσε την αναδρομική από 1.8.2012 μείωση των συντάξεων των αποστράτων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων (ΣτΕ 2192/2014), των αποδοχών των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων (ΣτΕ 2193/2014), των αστυνομικών υπαλλήλων της Ελληνικής Αστυνομίας (ΣτΕ 2194/2014), των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (ΣτΕ 2195/2014) και του προσωπικού του Λιμενικού Σώματος (ΣτΕ 2196/2014). Κατόπιν τούτου δημοσιεύθηκε ο ν. 4307/2014 (Α΄ 246/15.11.2014), με το άρθρο 86 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής: «1. […]. 2. […]  6.  Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) αντικαθίσταται και προστίθενται περιπτώσεις γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ ως εξής: «β. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297) αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής: […]. γ. Οι παράγραφοι 3, 5 και 6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής: […]. δ. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 32 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής: […]. ε. Οι παράγραφοι 3, 5 και 6 του άρθρου 33 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής: […] [με τις παραπάνω διατάξεις, επανελήφθησαν κατ’ ουσίαν οι οικείες διατάξεις των άρθρων 29, 30, 32 και 33 του ν. 3205/2003, όπως αυτές είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων των περιπτώσεων 13, 14 και 15 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δηλαδή πριν από την 1.8.2012]. στ. Οι διαφορές αποδοχών και συντάξεων που προκύπτουν από τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄ έως και ε΄ της παρούσας παραγράφου, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 30.6.2014, θα καταβληθούν απομειωμένες κατά το ήμισυ». 7.  Η υφιστάμενη περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 αναριθμείται σε περίπτωση ζ΄ και αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «ζ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των διαφορών αποδοχών και συντάξεων που απορρέουν από τις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων (α” έως και στ”), για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 30.6.2014, προς τους δικαστικούς λειτουργούς […] εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της περιπτώσεως ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, όπως αυτή τέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. οικ2/88380/ΔΕΠ/17.11.2014 κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 3093/18.11.2014), με την οποία καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής, μεταξύ άλλων, στους δικαστικούς λειτουργούς, εν ενεργεία και συνταξιούχους, της διαφοράς αποδοχών και συντάξεων για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 30.6.2014.

 

10. Επειδή, με τη διάταξη της περιπτώσεως α΄ της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 καταργήθηκαν αναδρομικά, από τότε που ίσχυσαν (δηλαδή από 1.8.2012) οι περιπτώσεις 13 και 14 (καθώς, κατά λογική αναγκαιότητα, και η έχουσα παρακολουθηματικό προς αυτές χαρακτήρα περίπτωση 37) της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ενώ, περαιτέρω, με τη διάταξη της περιπτώσεως β΄ της ίδιας παραγράφου προβλέφθηκε η καταβολή (του συνόλου) της διαφοράς αποδοχών που απορρέει από την καταργητική διάταξη της περιπτώσεως α΄, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, και δόθηκε σχετική εξουσιοδότηση για έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως περί καθορισμού του χρόνου και της διαδικασίας καταβολής της εν λόγω διαφοράς. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν, όπως αναφέρεται στην σχετική αιτιολογική έκθεση, σε συμμόρφωση προς τις κρίσεις της προαναφερθείσης 88/2013 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, υπό την ισχύ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 86, παρ. 6 και 7, του ν. 4307/2014, το ζήτημα της μη εφαρμογής, λόγω αντιθέσεως προς το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α., των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 4093/2012 δεν θα ετίθετο λυσιτελώς, σε υπόθεση όπως η παρούσα, διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, εφόσον καταργήθηκαν αναδρομικώς, για όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυσαν, και προβλέφθηκε η καταβολή στους δικαστικούς λειτουργούς του συνόλου της διαφοράς αποδοχών που αποτελεί αναγκαία συνέπεια της εν λόγω αναδρομικής καταργήσεως. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο και μετά τη θέσπιση του άρθρου 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014. Πράγματι, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ναι μεν δεν εθίγη (τύποις) η διάταξη της περιπτώσεως α΄ της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, με συνέπεια να παραμείνουν (τύποις) κατηργημένες από τότε που ίσχυσαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012, με τη διάταξη, όμως, της νέας περιπτώσεως στ΄ προβλέφθηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που προκύπτουν από τη διάταξη της περιπτώσεως α΄, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 30.6.2014, θα καταβληθούν μόνο κατά το ήμισυ (δηλαδή δεν θα καταβληθεί ποσοστό 50%), πράγμα που σημαίνει ότι οι επίμαχες διατάξεις (των περιπτώσεων 13 και 14 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου) του ν. 4093/2012, επί τη βάσει των οποίων είχαν εκδοθεί οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη προσφυγή πράξεις, δεν καταργούνται κατ’ ουσίαν και κατ’ αποτέλεσμα καθ’ ολοκληρίαν, αλλά μόνο εν μέρει. Αν, όμως, η διάταξη της περιπτώσεως στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, όπως ετέθη με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014, ήθελε τυχόν κριθεί μη εφαρμοστέα, ως αντίθετη σε υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου, τότε αναβιώνει πλήρως η αρχική ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 περί καθ’ ολοκληρίαν καταργήσεως των επιμάχων διατάξεων του ν. 4093/2012 για το σύνολο του χρονικού διαστήματος για το οποίο ίσχυσαν, με συνέπεια να είναι αλυσιτελής η αντιμετώπιση του ζητήματος της συνταγματικότητας των εν λόγω διατάξεων και η νομιμότητα των προσβαλλομένων με την κρινόμενη προσφυγή πράξεων να πρέπει να εξετασθεί επί τη βάσει των διατάξεων που ίσχυαν πριν από την θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4093/2012. Εν όψει τούτου και προς επίλυση του ασκούντος επιρροή στην επίλυση της προκειμένης υποθέσεως ζητήματος του εφαρμοστέου εν προκειμένω νομοθετικού καθεστώτος, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος των διατάξεων του άρθρου 181 παρ. 1 περιπτώσεις στ΄ και ζ΄ του ν. 4270/2014, όπως οι περιπτώσεις αυτές τέθηκαν με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014.

 

11. Επειδή,  στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας, με την οποία προτάθηκαν οι ρυθμίσεις, που περιέχονται ήδη στο άρθρο 86 παρ. 6 και 7 του ν. 4307/2014, και προς δικαιολόγηση ειδικότερα της τιθεμένης στο άρθρο 181 παρ. 1 του ν. 4270/2014 με την παρ. 6 του ανωτέρω άρθρου 86 περιπτώσεως στ΄, αναφέρονται τα εξής: «Η Πολιτεία, συμμορφούμενη προς τις υπ’ αριθ. 2192/2014, 2193/2014, 2194/2014, 2195/2014 και 2196/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού έλαβε υπόψη την παρούσα δημοσιονομική κατάσταση και τις υποχρεώσεις τις χώρας που απορρέουν από το εφαρμοζόμενο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, προβαίνει σε αναδρομική, από 01.08.2012, αναπροσαρμογή των αποδοχών των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας […]. Α) Ως προς την χορήγηση των αναδρομικών διαφορών αποδοχών και συντάξεων: Σύμφωνα με την αριθμ. Γ1-1190/24.09.2014 γνωμοδότηση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) και τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής (ESA-95), η προβλεφθείσα δαπάνη από την αναδρομική ισχύ των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, ανεξαρτήτως του χρόνου καταβολής της, δηλαδή του χρόνου διενέργειας των σχετικών ταμειακών πληρωμών, θα επιβαρύνει δημοσιονομικά εξ ολοκλήρου το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, για το τρέχον οικονομικό έτος 2014. Εξαιτίας αυτής της στατιστικής καταγραφής της ΕΛ.ΣΤΑΤ. αλλά και των δημοσιονομικών περιθωρίων της χώρας, δεν είναι δυνατή η χορήγηση των αναδρομικών διαφορών αποδοχών και συντάξεων ύψους 695,2 εκατ. ευρώ περίπου για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και 134,2 εκατ. ευρώ για τους δικαστικούς λειτουργούς (εκ των οποίων 99,8 εκατ. ευρώ έως 31.12.2013), για το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 έως 30.06.2014, σε ολόκληρο, σε σχέση με τα προ εφαρμογής του ν. 4093/2012 (Α” 222) επίπεδα. Περαιτέρω, η τυχόν πλήρης καταβολή των ως άνω αναδρομικών διαφορών, δηλαδή η, με βάση το ύψος αποδοχών και συντάξεων που ίσχυε κατά την 31.07.2012, προκύπτουσα συνολική δαπάνη ύψους 829,4 εκατ. ευρώ, η οποία αντιστοιχεί περίπου σε ποσοστό 0,5% του Α.Ε.Π. (182.231 εκατ. ευρώ) θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων για το έτος 2014. Επίσης, για το έτος 2015, έχει εκτιμηθεί ότι οι στόχοι του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής επιτυγχάνονται απολύτως οριακά. Ως προς την περικοπή των αναδρομικών αποδοχών των δικαστικών λειτουργών στο ήμισυ της διαφοράς αυτών, είναι ευνόητο ότι η περικοπή επιβάλλεται για λόγους ίσης μεταχείρισης αλλά και για προφανείς δημοσιονομικούς λόγους (αναλυτικά κατωτέρω, επί της παραγράφου 7). Ταυτόχρονα, οι διεθνώς διαμορφούμενες χρηματοδοτικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες δυνατότητες της χώρας για πρόσβαση σε διεθνή και εγχώρια κεφάλαια χρηματοδότησης για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της, επιβάλλουν το σχεδιασμό για την εξόφληση του 50% των αναδρομικών οφειλών από 01.08.2012 έως 30.06.2014 σε βάθος τριετίας, …, αρχής γενομένης από το έτος 2015. […]. Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 αποτυπώνονται τα ποσά των τακτικών αποδοχών των δικαστικών λειτουργών …, όπως αυτά διαμορφώνονται από 1.8.2012 και εντεύθεν, λόγω κατάργησης, από την εν λόγω ημεροχρονολογία, των διατάξεων των περιπτώσεων 13, 14 … της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία έχει ήδη επέλθει με τη διάταξη της περ. α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 (Α”  143), που θεσπίστηκε σε συμμόρφωση προς την υπ’ αριθ. 88/2013 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Επιπροσθέτως, ορίζεται ότι οι διαφορές αποδοχών και συντάξεων των ανωτέρω κατηγοριών λειτουργών που προκύπτουν από τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του ν. 4270/2014, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 30.6.2014, θα τους καταβληθούν απομειωμένες κατά το ήμισυ. Δεδομένης της ανατροπής της εισοδηματικής πολιτικής για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας που επήλθε με τις ως άνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς και της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, καθίσταται αναγκαία η αναπροσαρμογή της εισοδηματικής πολιτικής και για τους δικαστικούς λειτουργούς […]. Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 αντικαθίσταται η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 και ορίζεται ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών […] θα καθορισθεί ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των απομειωμένων κατά πενήντα τοις εκατό (50%) διαφορών αποδοχών και συντάξεων, […] προς τους δικαστικούς λειτουργούς […]. Η εν λόγω ρύθμιση κρίνεται σκόπιμη αφενός, λόγω της επιτακτικής ανάγκης συγκράτησης του δημοσιονομικού κόστους σε επίπεδα που δε θέτουν σε διακινδύνευση την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018 (ν. 4263/2014) και αφετέρου, για λόγους ίσης μεταχείρισης με τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. […]».

 

12. Επειδή, οι προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 181 παρ. 1 του ν. 4270/2014 θεσπίσθηκαν (τον Ιούνιο του 2014) στο πλαίσιο της εκπληρώσεως της επιβαλλόμενης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη σκέψη 5, από το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. υποχρεώσεως της Πολιτείας για πλήρη και, κατά το δυνατόν, άμεση συμμόρφωσή της προς την προαναφερόμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, από την οποία γεννάται υποχρέωση των οργάνων της εκτελεστικής αλλά και της νομοθετικής λειτουργίας να θεωρούν ανίσχυρες και μη υφιστάμενες στο νομικό κόσμο τις διατάξεις των περιπτώσεων 13, 14 και 37 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (πρβλ. 10/2014 πρακτικό του κατ’ άρθρ. 2 του ν. 3068/2002 Τριμελούς Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας). Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4270/2014, αλλά και από εκείνες του ν. 4263/2014, προκύπτει ότι είχε ενταχθεί στο δημοσιονομικό πρόγραμμα της χώρας η πλήρης καταβολή στους δικαστικούς λειτουργούς των διαφορών αποδοχών τους από 1.8.2012 έως 30.6.2014, λόγω της αναδρομικής καταργήσεως των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 4093/2012, συνεπεία της αντιθέσεως αυτών προς συνταγματικές διατάξεις.  Εξάλλου, κατά το χρόνο ψήφισης του ν. 4270/2014 (26.6.2014) είχαν ήδη δημοσιευθεί (στις 13.6.2014) οι (μνημονευόμενες στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4307/2014) αποφάσεις 2192-2196/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, με τη ρύθμιση του άρθρου 181 παρ. 1 του ν. 4270/2014, ο νομοθέτης προέβλεψε την ως άνω καταβολή αναδρομικών αποδοχών, στοιχούσα προς (ανελαστική) δαπάνη ενταγμένη στο δημοσιονομικό πρόγραμμα της χώρας, εν γνώσει της ανάγκης προσήκουσας συμμορφώσεως της Πολιτείας και προς τις αφορώσες το προσωπικό των ενόπλων Δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και θεωρώντας εμμέσως πλην σαφώς, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι η καταβολή αυτή μπορούσε και έπρεπε να διενεργηθεί, ανεξαρτήτως της ανάγκης συμμορφώσεως και προς τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σχεδόν πέντε μήνες αργότερα, με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014, ο νομοθέτης προέβη σε περικοπή κατά 50% των ως άνω οφειλόμενων και καταβλητέων στους δικαστικούς λειτουργούς αναδρομικών αποδοχών, επικαλούμενος αφενός μεν την επιτακτική ανάγκη «συγκράτησης του δημοσιονομικού κόστους σε επίπεδα που δε θέτουν σε διακινδύνευση την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018 (ν. 4263/2014)» και αφετέρου την ανατροπή της εισοδηματικής πολιτικής που επήλθε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Με την νεότερη, όμως, αυτή ρύθμιση ο νομοθέτης περιορίσθηκε να συμμορφωθεί εν μέρει μόνον προς τα κριθέντα με την 88/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Εκτός του ότι από την διατύπωση της αιτιολογικής εκθέσεως της σχετικής τροπολογίας, με την οποία προτάθηκε η ανωτέρω ρύθμιση, αυτή εμφανίζεται ως «αντίδραση» του νομοθέτη στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούσαν τις περικοπές των αποδοχών και των συντάξεων του προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, εν πάση περιπτώσει η μερική μόνον συμμόρφωση – η οποία, ως εξαίρεση από την υποχρέωση πλήρους συμμορφώσεως, έχρηζε τεκμηριώσεως εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων – δικαιολογείται με την παράθεση αποκλειστικώς δημοσιονομικού χαρακτήρα λόγων, οι οποίοι καθιστούν προς το παρόν, όπως αναφέρεται στις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή (βλ. τις αναφερόμενες αμέσως κατωτέρω παραπομπές στα πρακτικά συζητήσεων της Βουλής), ανέφικτη την πλήρη συμμόρφωση. Οι λόγοι, όμως, αυτοί δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματική την επίμαχη μερική συμμόρφωση προς τα κριθέντα με την 88/2013 απόφαση του Δικαστηρίου, διότι όμοιοι λόγοι είχαν προβληθεί για την δικαιολόγηση της περικοπής των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 και, κατόπιν αξιολογήσεως αυτών με την ανωτέρω απόφαση, το Δικαστήριο είχε δεχθεί, με τις περιλαμβανόμενες στην απόφαση αυτή ειδικότερες αιτιολογίες, ότι δεν είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την περικοπή. Εξάλλου, εκτός του ότι αποκλειστικώς δημοσιονομικού χαρακτήρα λόγοι δεν απαλλάσσουν κατ’ αρχήν τον κοινό νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση από την επιβαλλόμενη από υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις, στην προκειμένη περίπτωση ούτε στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση ούτε στις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες της επίμαχης ρυθμίσεως [βλ. Πρακτικά της Βουλής Συνεδριάσεως ΚΕ΄/12.11.2014 σελ. 1479, 1486, 1489, 1493, 1497-1499, 1501, 1503, 1506, Συνεδριάσεως ΚΣΤ΄/13.11.2014 σελ. 1605-1606, 1609, 1620, 1628, 1634-1635, 1638, 1647] τεκμηριώνεται, με συγκεκριμένα και επίκαιρα στοιχεία, η διακινδύνευση των δημοσιονομικών στόχων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής της χώρας από την καταβολή στους δικαστικούς λειτουργούς του περικοπτόμενου ποσού αναδρομικών αποδοχών, έστω και με την παράλληλη λήψη, υπέρ των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, μέτρων προς συμμόρφωση προς τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ειδικότερη δε τεκμηρίωση της επίμαχης ρυθμίσεως ήταν περισσότερο αναγκαία εν όψει των ρυθμίσεων που είχαν θεσπισθεί λίγους μήνες πριν, τον Μάιο και τον Ιούνιο του ίδιου έτους, με τους νόμους 4263/2014 και 4270/2014. Εξάλλου, η επίκληση εκ μέρους του νομοθέτη της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως για να αιτιολογήσει την κατά παρόμοιο τρόπο αντιμετώπιση της ανάγκης συμμορφώσεως τόσο προς την απόφαση 88/2013 του παρόντος Δικαστηρίου όσο και προς τις αποφάσεις 2192-2196/2014 του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει την επίμαχη ρύθμιση, εφόσον, όπως κρίθηκε με τις ως άνω αποφάσεις και των δύο Δικαστηρίων, καθένα από τα ειδικά μισθολόγια αφορά διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με διαφορετικά καθήκοντα και αποστολή και δεν μπορούν, επομένως, να τύχουν ενιαίας αντιμετωπίσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, με την προαναφερθείσα 88/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι, κατά την ρύθμιση αφορώντων το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών ζητημάτων, πρέπει να προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, με την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, ότι ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη θέση, που το άρθρο 26 του Συντάγματος και οι εξειδικεύουσες τις προκύπτουσες από αυτό αρχές συνταγματικές διατάξεις αποδίδουν στην δικαστική εξουσία, προς πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Εξάλλου, ανεξαρτήτως του αν οι δικαστικοί λειτουργοί τελούν σε ουσιωδώς διάφορη κατάσταση από εκείνη των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, δεν προκύπτει, και δη κατά τρόπο επαρκώς τεκμηριωμένο, ότι το επίμαχο μέτρο της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, όπως η περίπτωση αυτή ετέθη με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα μέτρα (πρβλ. την απόφαση 88/2013 του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου), ιδίως κατόπιν προσήκουσας εκ νέου ιεράρχησης και εκτίμησης των δημοσίων δαπανών και των δημοσίων σκοπών που εξυπηρετούν.

 

13. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη της περιπτώσεως στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, όπως αυτή ετέθη με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014, καθώς και της περιπτώσεως ζ΄ της ίδιας παραγράφου 1, όπως αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε με το ίδιο ως άνω άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014, κατά το μέρος που αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς την δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, καθώς και προς την αρχή του κράτους δικαίου και τα άρθρα 20 παρ. 1 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., από τα οποία, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, συνάγεται η υποχρέωση συμμορφώσεως των οργάνων της Πολιτείας προς τις δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και προς τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε η παρεχόμενη δικαστική προστασία να είναι αποτελεσματική. Επομένως, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 και 7 του ν. 4307/2014, με τις οποίες τροποποιήθηκε το άρθρο 181 παρ. 1 του ν. 4270/2014, είναι μη εφαρμοστέες, κατόπιν τούτου δε εφαρμοστέες, για τον προσδιορισμό των αποδοχών των προσφευγόντων, είναι οι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014, όπως είχαν αρχικώς πριν τροποποιηθούν με το ν. 4307/2014. Συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 10, είναι αλυσιτελής η εξέταση του τιθεμένου με την κρινόμενη προσφυγή, εν όψει του χρόνου ασκήσεώς της, ζητήματος της αντιθέσεως προς το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. των διατάξεων των περιπτώσεων 13, 14 και 37 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αφού οι διατάξεις αυτές, κατά τον χρόνο συζητήσεως της προσφυγής, έχουν καταργηθεί με το άρθρο 181 παρ. 1 του ν. 4270/2014, εν όψει του οποίου, όπως είχε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 86 παρ. 6 και 7 του ν. 4307/2014, πρέπει να κριθεί και η νομιμότητα των προσβαλλομένων με την προσφυγή πράξεων.

 

14. Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μετά την επίλυση του ανακύπτοντος στην προκειμένη υπόθεση νομικού ζητήματος, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο κατά τόπο και καθ” ύλην να επιλύσει οριστικώς την διαφορά, . . .

 

15. Επειδή, μειοψήφησαν  δύο μέλη . . . : Το άρθρο 26 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, το άρθρο 87§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι δικαστές απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, και το άρθρο 88§2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους, εισάγουν θεμελιώδεις εγγυήσεις υπέρ της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των λειτουργών της. Η ισοτιμία και ισοδυναμία  της δικαιοσύνης με τις άλλες δυο κρατικές λειτουργίες, η οποία, σύμφωνα με την άποψη που πλειοψήφησε, απορρέει από τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, αφορά το κύρος και την συνταγματική  θέση των λειτουργών της  ως εκφραστών της κρατικής εξουσίας στο  πεδίο που το Σύνταγμα τους αναθέτει, δηλαδή την απονομή της δικαιοσύνης,  και όχι  το ύψος των αποδοχών  τους. Αυτές, καθορίζονται αποκλειστικά από τον κοινό νομοθέτη (άρθρο 80§1 του Συντάγματος) και θα πρέπει να είναι ανάλογες προς τη φύση των καθηκόντων  των δικαστικών λειτουργών και προς τις ευθύνες που αυτοί υπέχουν.  Εν όψει της διαφορετικής φύσης των καθηκόντων όσων υπηρετούν στις τρεις κρατικές λειτουργίες, αλλά και της αντίστοιχης ευθύνης που αυτοί υπέχουν, είναι φυσικό οι αποδοχές τους να διαφοροποιούνται, ώστε να ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες  κάθε θέσης, λαμβανομένων υπ’ όψη της  σπουδαιότητας των αρμοδιοτήτων και της ιεραρχικής διαβάθμισης της καθεμιάς από αυτές. Αν οι τυχόν αυξομειώσεις των κάθε είδους αποδοχών των δικαστικών λειτουργών είναι αθεμελίωτες και δεν δικαιολογούνται από  αντικειμενικά δεδομένα,   ανήκει στο παρόν Ειδικό Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητά τους, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρο 93§4 Σ.). Εν τούτοις, ο σχετικός έλεγχος είναι οριακός (πρβλ. και ΣτΕ(Ολ.) 668/2012, σκέψεις 34, 35 και ιδίως 38), και δεν θα πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον σε μαθηματικούς υπολογισμούς, ούτε να  περιορίζεται σε ποσοτικές συγκρίσεις, αλλά να λαμβάνει υπ’ όψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  της δικαστικής λειτουργίας (όπως τα ασυμβίβαστα που προβλέπει το άρθρο 89 του Συντάγματος  για τους λειτουργούς της), το επαχθές  των καθηκόντων ορισμένων κατηγοριών δικαστικών λειτουργών (ιδίως  εκείνων στους οποίους έχουν ανατεθεί, εκ παραλλήλου προς τα δικαστικά, και διοικητικά καθήκοντα  χωρίς πρόσθετες αποδοχές, καθώς και των υπηρετούντων  σε παραμεθόριες και προβληματικές  περιοχές). Θα πρέπει μολαταύτα να συνεκτιμώνται η ισοβιότητα και οι λοιπές εγγυήσεις της δικαστικής σταδιοδρομίας, ανάλογες των οποίων δεν απολαμβάνουν ούτε οι υψηλόμισθοι λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως π.χ. οι επικεφαλής Ανεξάρτητων Αρχών, ούτε οι διοικούντες μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις, η θητεία των οποίων είναι ορισμένου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, εν όψει της ανάθεσης κατ’ αποκλειστικότητα στον κοινό νομοθέτη του καθορισμού των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών από το Σύνταγμα, το βάρος της απόδειξης ότι οι εκάστοτε καθοριζόμενες αποδοχές δεν αντιστοιχούν προς τη φύση των καθηκόντων  που τους έχουν ανατεθεί και τη θέση που κατέχουν στην οικεία δικαστική ιεραρχία ανήκει σε όσους αμφισβητούν τη νομιμότητά τους. Το ίδιο ισχύει και για το θεμιτό ή μη των περικοπών που ενδεχομένως επιβλήθηκαν για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Εν προκειμένω,  τα κριτήρια βάσει των οποίων οι διαδοχικές περικοπές που επιβλήθηκαν στις εν γένει αποδοχές των δικαστικών λειτουργών βάσει των διατάξεων των ν. 3833/2010 (άρθρο 1 παρ. 2 & 3), 3845/2010 (άρθρο τρίτο), 3986/2011 (άρθρο 38 παρ. 5), 4002/2011 (άρθρο 55 παρ. 23, περ. ε΄), καθώς και του ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο, παρ. Γ’, υποπαρ. Γ.1, περιπτ. 13-36), σύμφωνα με τον οποίο επιβλήθηκαν και οι επίδικες περικοπές, αλλά και του ν. 4307/2014 (άρθρο 86 παρ. 6), με τον οποίο προβλέφθηκε η κατά το ήμισυ καταβολή της διαφοράς των αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.8.2102 έως 30.6.2014, δεν έγιναν με αυθαίρετο τρόπο, αλλά λαμβανομένου υπ’ όψη του ύψους των αποδοχών των κάθε είδους λειτουργών και υπαλλήλων που απασχολούνται στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και της ιδιαιτερότητας του δικαστικού λειτουργήματος. Επί πλέον, οι επιβληθείσες με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 περικοπές ήταν αναλογικά υψηλότερες για τους υψηλόβαθμους, όπως επιτάσσει η αρχή της ίσης συνεισφοράς στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, οι αποδοχές τους επί των οποίων επιβλήθηκαν οι ανωτέρω περικοπές, είχαν διαμορφωθεί βάσει του ειδικού μισθολογίου του ν. 2521/1997, όπως αυτό ίσχυε μέχρι και το έτος 2010. Όμως οι αποδοχές αυτές αντανακλούσαν διαδοχικές αυξήσεις που είχαν δοθεί  έως τότε, σε συμμόρφωση με  σειρά  αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων (πολιτικών και διοικητικών), οι οποίες  είχαν καταστεί αμετάκλητες ενώπιον των αντίστοιχων Ανωτάτων Δικαστηρίων, και με τις οποίες, με ευρεία ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 88 του Συντάγματος, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών εξισώνονταν προς εκείνες άλλων υπαλλήλων και  δημόσιων λειτουργών (ιατρών ΕΣΥ, πανεπιστημιακών και διαφόρων κατηγοριών πολιτικών υπαλλήλων, βλ. μεταξύ άλλων  ΑΠ(Ολ.) 53/1983, ΑΠ 1751/1984, 1108/1986, 1106/1986, ΑΠ(Ολ.) 3743-4/1987,  ΣτΕ 2477/1987, ΣτΕ(Γ’) 541/1992, ΑΕΔ 25/1993, ΣτΕ(Ολ.) 3670/1994, ΣτΕ(ΣΤ’) 3011/1996, ΣτΕ(Γ’) 1047/1997, ΣτΕ(Γ’) 2900/1998, ΣτΕ(Β’) 1340/1999, ΣτΕ(ΣΤ’) 2021/2000, ΕΣ(ΙΙ) 652/2002, ΕΣ(Ολ.)304/2003, ΣτΕ(ΣΤ’) 3756/2004, ΕιδΔικ(άρθρο 88§2 Σ.) 4, 13 και 23/2006, ΕΣ(Ολ.) 1898/2010). Τούτο, πάντοτε κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο σε μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση κατά τον έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των γενομένων με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 περικοπών, οι οποίες, όπως άλλωστε δέχεται και η πλειοψηφήσασα στην απόφαση 88/2013 άποψη επιβλήθηκαν για λόγους μείζονος δημόσιου συμφέροντος, προκειμένου να περιορισθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας. Εξ άλλου, τόσο με το δικόγραφο της από 14.2.2013 υπό κρίση προσφυγής, όσο και με το από 14.3.2014 υπόμνημά τους προς το παρόν Δικαστήριο, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στον νομοθέτη ότι, με τις επίδικες διατάξεις τους μεταχειρίζεται κατά παρόμοιο τρόπο με τους λοιπούς λειτουργούς του Δημοσίου, παραβλέποντας την ιδιαίτερη συνταγματική θέση των δικαστών. Με την «εξισωτική» αυτή λογική, όπως υποστηρίζουν, ο νομοθέτης δεν εξέτασε αν οι επίδικες περικοπές είναι δυσανάλογες με το έργο που επιτελούν οι δικαστές υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία τους. Πουθενά εν τούτοις οι προσφεύγοντες δεν προσάγουν ούτε επικαλούνται αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να συνάγεται κατά τρόπο ακριβή και συγκεκριμένο ο ως άνω ισχυρισμός τους, ότι δηλαδή, μετά τις επιβληθείσες περικοπές, οι αποδοχές τους δεν ανταποκρίνονται στη φύση των καθηκόντων τους και τις ευθύνες που αυτοί, ως δικαστικοί υπέχουν. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα αμέσως ανωτέρω, είναι αυτοί και όχι  ο νομοθέτης που είχαν εν προκειμένω το βάρος της απόδειξης. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες επικαλούνται σειρά αποφάσεων Ανώτατων Δικαστηρίων άλλων χωρών, καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι οποίες αναφέρονται αμέσως ή εμμέσως στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών. Εν τούτοις, όλες οι προσκομιζόμενες αποφάσεις δέχονται ότι η λελογισμένη περικοπή των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών από τον νομοθέτη σε περιόδους οξείας οικονομικής κρίσης και όσο διαρκεί αυτή, είναι θεμιτή και δεν πλήττει κατ’ αρχήν τις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας. Σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτει στάθμιση εν όψει των ιδιαιτεροτήτων της κάθε έννομης τάξης και των αποδοχών των λοιπών κρατικών λειτουργών. Η μείζων διαφορά, εν τούτοις, της ελληνικής περίπτωσης σε σύγκριση με τις άλλες, είναι ότι στην Ελλάδα, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών στις οποίες επιβλήθηκαν οι επίδικες περικοπές είχαν μεν τύποις καθορισθεί από τον νομοθέτη, πλην όμως ύστερα από δεσμευτικές γι’ αυτόν δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάρυναν το ελληνικό Δημόσιο πολύ πέραν των σχετικών προβλέψεων του κρατικού προϋπολογισμού. Κάτι τέτοιο όμως δεν είχε συμβεί σε καμιάν άλλη χώρα. Πολύ περισσότερο που το ισχύον Σύνταγμα, σε αντίθεση με εκείνα άλλων χωρών τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες, δεν προβλέπει συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στην διαμόρφωση των αποδοχών τους. Ως εκ τούτου, τα δικαστικά προηγούμενα που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν προσφέρονται για συγκρίσεις. Για τους ανωτέρω λόγους η υπό κρίση προσφυγή, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Πηγή: www.diaskepsi.gr