Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος us ΥΠΕΘΑ (στρατιωτικά φαρμακεία)

Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος us ΥΠΕΘΑ (στρατιωτικά φαρμακεία)

Μια ενδιαφέρουσα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας:

Αριθμός 315/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Δ. Μακρής, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Σ. Καρύδα, Ε. Αργυρός, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 16 Ιουλίου 2012 αίτηση:

του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, που εδρεύει στην Αθήνα (Πειραιώς 134 και Αγαθημέρου), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 80036), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά των Υπουργών: 1. Εθνικής Άμυνας, 2. Οικονομικών, 3. Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και ήδη Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και 4. Υγείας, οι οποίοι παρέστησαν με τον Διονύσιο Ζαχαρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.


Με την αίτηση αυτή ο αιτών Σύλλογος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπΆ αριθ. 
Φ.000/23/798393/Σ.2813/7.6.2012 (ΦΕΚ Β΄ 1836/11.6.2012) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.


Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μακρή.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος Συλλόγου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου.



2. Επειδή ζητείται η ακύρωση α. (καθ΄ ερμηνεία του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως) της Φ.700/47/81659Σ.266/23.4.2012 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Άμυνας και των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με θέμα “Καθορισμός κατηγοριών δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα Στρατιωτικά Φαρμακεία” (Β΄ 1346/25.4.2012) και β. της Φ.000/23/798393/Σ.2813/7.6.2012 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Άμυνας με θέμα “Λειτουργία Υποκαταστημάτων Στρατιωτικού Φαρμακείου Αθηνών” (Β΄ 1836/11.6.2012).

3. Επειδή η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με πράξη του Προέδρου του λόγω της σπουδαιότητάς της.

4. Επειδή η υπόθεση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Τμήματος, βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 εδάφιο α΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244), σύμφωνα με τον προέχοντα χαρακτήρα της κρινόμενης διαφοράς που ανάγεται στην εφαρμογή στρατιωτικής νομοθεσίας για την κατάσταση των στρατιωτικών υπαλλήλων και του λοιπού εν γένει προσωπικού των στρατιωτικών υπηρεσιών.

5. Επειδή ο αιτών Σύλλογος που έχει από τον νόμο (άρθρα 51 και 52 του ν. 
3601/1928, Α΄ 119), μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα εποπτείας για την πιστή 
εφαρμογή της φαρμακευτικής νομοθεσίας, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση στρεφόμενος κατά αποφάσεων, που σχετίζονται με τον καθορισμό τρόπου και σημείων διαθέσεως φαρμακευτικών σκευασμάτων σε τμήμα του καταναλωτικού κοινού (ΣτΕ 1602/1998, 4223/1997).

6. Επειδή το άρθρο 6 του ν.δ. 107/1969 (Α΄ 28), όπως ισχύει μετά τα άρθρα 17 παράγραφος 2 του ν. 2743/1999 (Α΄ 211), 8 του ν. 3257/2004 (Α΄ 143) και 115 του ν. 3978/2011 (Α΄ 137), ορίζει ότι: «1. Το Στρατιωτικό Φαρμακείο είναι 
Υγειονομική Μονάς του Στρατεύματος, έχει έδρα τας Αθήνας και δύναται να 
διατηρεί υποκαταστήματα εις τας διαφόρους περιοχάς της Χώρας ως και εις την έδραν του, δυνάμενα να υπαχθώσιν οργανικώς εις τους επιμέρους Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων. 2. Σκοπός της λειτουργίας του Στρατιωτικού Φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του είναι η παροχή εξωνοσοκομειακής φαρμακευτικής περίθαλψης με τη διάθεση, κατά παρέκκλιση των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, με μειωμένες τιμές, φαρμάκων και συναφών φαρμακευτικών προϊόντων στους δικαιούχους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι κατηγορίες δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία. Με άλλη κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, καθορίζεται το ποσοστό μείωσης των τιμών των φαρμάκων και των 
συναφών φαρμακευτικών προϊόντων, που διατίθενται στους παραπάνω δικαιούχους από το Στρατιωτικό Φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του. 3. Τα εκ της δραστηριότητος του Στρ. Φαρμακείου πραγματοποιούμενα καθαρά κέρδη συγκροτούν το Κεφάλαιον αυτού, επενδυόμενον εις εμπορεύματα και τα απαραίτητα διά την λειτουργίαν έπιπλα και σκεύη. Το κεφάλαιον είναι κοινόν διά το Κεντρικόν Κατάστημα και τα Υποκαταστήματα και αποτελεί ειδικήν διαχείρισιν του Δημοσίου. 4. Τα διαθέσιμα μετρητά κατατίθενται εντόκως εις την Γενικήν Τράπεζαν της Ελλάδος και χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς διά την ανέγερσιν κτηριακών εγκαταστάσεων Ανεφοδιαστικών Οργάνων υγειονομικού υλικού και την επίπλωσιν τούτων. 5. Το ενεργητικόν του "Ταμείου Φαρμάκων" αποτελεί εφ΄ εξής Κεφάλαιον του Στρατιωτικού Φαρμακείου. 6. Η ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανώτατου 
Συμβουλίου Κλάδου. Ο Στρατιωτικός Κανονισμός ρυθμίζει τις λεπτομέρειες 
λειτουργίας της οργάνωσης και εσωτερικής υπηρεσίας του Στρατιωτικού Φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του. 7. Εις τα συγκροτούμενα υπό του Κεντρικού Φαρμακείου και των υποκαταστημάτων αυτού, πρατήρια πωλήσεως φαρμάκων, προΐσταται ως διαχειριστής διπλωματούχος φαρμακοποιός, αξιωματικός ή ιδιώτης». Στην αιτιολογική έκθεση της προμνησθείσας διατάξεως του ν. 3978/2011 που αντικατέστησε το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν.δ. 107/1969, αναφέρονται τα εξής: «Για λόγους ισότητας και κοινωνικής πολιτικής επεκτείνονται οι δικαιούχοι προμήθειας φαρμάκων από τα στρατιωτικά φαρμακεία, περιλαμβάνοντας συνταξιούχους μόνιμους υπαλλήλους του ΥΠΕΘΑ και των υπαγόμενων σε αυτό Οργανισμών και ιδρυμάτων στα υπ΄ αυτών ασφαλισμένα μέλη των οικογενειών τους, σε μέλη οικογενειών θανόντων αξιωματικών που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο, στους αναπήρους πολέμου και στα υπ΄ αυτών ασφαλισμένα μέλη των οικογενειών τους, σε αποστράτους της ΕΛΑΣ, πρώην Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και στους εν ενεργεία Αξιωματικούς, Υπαξιωματικούς και Αστυφύλακες της ΕΛΑΣ που είναι μέτοχοι ή μερισματούχοι του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και στα μέλη των οικογενειών των δικαιούχων των προηγούμενων κατηγοριών». Πριν από την ισχύ του ν. 3978/2011, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.δ. 107/1969, όπως ίσχυε μετά το άρθρο 17 του ν. 2743/1999, δικαιούχοι εξυπηρετήσεως από το στρατιωτικό φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του ήταν οι εν ενεργεία και οι εν αποστρατεία αξιωματικοί και υπαξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και οι εν ενεργεία και εν αποστρατεία αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και λιμενοφύλακες του Λιμενικού Σώματος εν γένει και οι οικογένειές τους, το μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, καθώς και 
των οργανισμών και των ιδρυμάτων που εξαρτώνται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής διατάξεως του άρθρου του ν. 2743/1999: «οι διατάξεις αυτές είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση της εξωνοσοκομειακής φαρμακευτικής περίθαλψης στους δικαιούχους εν ενεργεία, εν αποστρατεία αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στους εν ενεργεία, εν αποστρατεία αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και λιμενοφύλακες του Λιμενικού Σώματος, στο μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και στις εν γένει οικογένειές τους»). Στους προαναφερθέντες δικαιούχους προστέθηκαν, με το άρθρο 8 του ν. 3257/2004, τα μέλη των οικογενειών του πολιτικού προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τα οποία είναι ασφαλισμένα σε αυτό, καθώς και οι αποσπασμένοι και μετακλητοί υπάλληλοι, που υπηρετούν και για όσο χρόνο υπηρετούν στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με οποιαδήποτε ιδιότητα, καθώς και τα μέλη των οικογενειών αυτών.

7. Επειδή η πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση του άρθρου 6 του ν.δ. 107/1969, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του ν. 3978/2011, ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Οι κατηγορίες δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα Στρατιωτικά Φαρμακεία καθορίζονται ως εξής: α. Οι εν ενεργεία Στρατιωτικοί όλων των βαθμών των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής. β. Οι συνταξιούχοι Στρατιωτικοί όλων των βαθμών των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής. γ. Οι εν ενεργεία και συνταξιούχοι μόνιμοι και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πολιτικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των υπαγομένων ή εποπτευόμενων από αυτό, Οργανισμών, Νομικών Προσώπων και 
Υπηρεσιών. δ. Οι αποσπασμένοι, μετακλητοί και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου υπάλληλοι, που υπηρετούν και για όσο χρόνο υπηρετούν στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με οποιαδήποτε ιδιότητα. ε. Οι ανάπηροι πολέμου. στ. Οι απόστρατοι της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ), πρώην Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και το εν ενεργεία ένστολο προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ, που μετέχει ή δικαιούται μερίσματος από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού (Μ.Τ.Σ.) ζ. Τα μέλη οικογενειών των δικαιούχων των ανωτέρω κατηγοριών, τα οποία είναι ασφαλισμένα από αυτούς. η. Τα μέλη οικογενειών θανόντων Στρατιωτικών, που ήταν ασφαλισμένα από αυτούς και εξακολουθούν να είναι ασφαλισμένα στο ΥΠΕΘΑ. 2. Για τη διάθεση φαρμάκων στους δικαιούχους απαιτείται: α. Η κατοχή βιβλιαρίων 
νοσηλείας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ή του Υπουργείου Προστασίας ου Πολίτη (για το Λιμενικό Σώμα - Ελληνική Ακτοφυλακή) ή του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (για τον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, Ε.Ο.Π.Υ.Υ.). β. Η επίδειξη δημοσίου εγγράφου με το οποίο αποδεικνύεται η υπαγωγή στις κατηγορίες δικαιούχων της προηγούμενης παραγράφου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτή δεν προκύπτει ευθέως από το βιβλιάριο νοσηλείας». Περαιτέρω με την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε κατ΄ επίκληση του άρθρου 6 του ν.δ. 107/1969, εγκρίθηκε η ίδρυση και λειτουργία Υποκαταστημάτων «Στρατιωτικού Φαρμακείου Αθηνών» στην Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Ξάνθη και Αλεξανδρούπολη, με οργανική υπαγωγή στον Στρατό Ξηράς και με έδρες για την Αθήνα, το ΝΙΜΤΣ, το Στρατόπεδο Παπάγου και το 401 ΓΣΝΑ (άρθρο 1 παράγραφος 1). Περαιτέρω στο εν λόγω άρθρο της ίδιας προσβαλλόμενης αποφάσεως ορίζεται ότι: «2. Σκοπός της λειτουργίας των Υποκαταστημάτων είναι η διάθεση κάθε είδους φαρμακευτικών προϊόντων, προς τους δικαιούχους εξυπηρέτησης, όπως αυτοί καθορίζονται από τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις. 3. Τα πραγματοποιούμενα καθαρά κέρδη από τα Υποκαταστήματα αποτελούν κεφάλαια που θα διατίθενται για την προμήθεια φαρμάκων καθώς και κάθε είδους λοιπού εξοπλισμού των εφοδιαστικών οργάνων υγειονομικού υλικού, όπως ορίζεται από τον Στρατιωτικό Κανονισμό λειτουργίας των Στρατιωτικών Φαρμακείων. 4. Στα Υποκαταστήματα θα προΐστανται Αξιωματικοί (ΥΦ) του Σ.Ξ., κάτοχοι αδείας ασκήσεως επαγγέλματος φαρμακοποιού».

8. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1 της Φ.700/95/82967/Σ. 415/31.7.2012 αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Υγείας (Β΄ 2270/6.8.2012), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο μόνο της Φ.700/51/83019/Σ.437/27.11.2014 αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Υγείας (Β΄ 58/16.1.2015), το ποσοστό μειώσεως των τιμών των φαρμάκων που διατίθενται στους δικαιούχους από τα Στρατιωτικά Φαρμακεία και τα υποκαταστήματα τους καθορίστηκε ως εξής: «α. Για τα διατιθέμενα φάρμακα με χονδρική τιμή μέχρι 200 ευρώ, στην εκάστοτε λιανική 
τιμή της επίσημης Κρατικής Διατίμησης, ελαττωμένης κατά ποσοστό 20% υπέρ: (1) Των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α) ή τον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), για τους δικαιούχους που απαλλάσσονται από τη συμμετοχή τους στη δαπάνη φαρμακευτικής τους περίθαλψης. (2) Των ιδίων των δικαιούχων, για τους δικαιούχους που συμμετέχουν στη δαπάνη της φαρμακευτικής τους περίθαλψης με ποσοστό συμμετοχής μεγαλύτερο του ποσοστού έκπτωσης. (3) Των ιδίων των δικαιούχων, για τους δικαιούχους που συμμετέχουν στη δαπάνη της 
φαρμακευτικής τους περίθαλψης με ποσοστό συμμετοχής μικρότερο του ποσοστού έκπτωσης και εν συνεχεία υπέρ των Φ.Κ.Α ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για το υπολειπόμενο ποσοστό μέχρι το 20%. (4) Των ιδίων των δικαιούχων στην ελεύθερη πώληση φαρμάκων όπου αυτή προβλέπεται. β. Για τα διατιθέμενα φάρμακα με χονδρική τιμή άνω των 200 ευρώ και για τα φάρμακα της παραγράφου 2, του άρθρου 12 του Ν. 3816/2010, στην εκάστοτε λιανική τιμή της επίσημης Κρατικής Διατίμησης. 2. Τα συναφή φαρμακευτικά προϊόντα (παραφαρμακευτικά, επιδεσμικά κ.λπ.), διατίθενται στην τιμή απόκτησης τους, προσαυξημένη κατά 10%».

9. Επειδή το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων
δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Ειδικότερα, τίθεται ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Περαιτέρω, με την διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος επιτρέπεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο
νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ΄ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΣτΕ 3299/2014 Ολομέλεια, 1722, 1723/2014 7μελής, 235/2012 Ολομέλεια, 1210/2010 Ολομέλεια, 2815/2004 Ολομέλεια, 1101/2002 Ολομέλεια). Στην κρινόμενη υπόθεση, τα θέματα, που αφορούν την ίδρυση και την λειτουργία του Στρατιωτικού Φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του και τις κατηγορίες των δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία συνιστούν ειδικότερα θέματα κατά το άρθρο 43 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, αφού αποτελούν μερικότερη περίπτωση σε σχέση με το γενικό πλαίσιο οργανώσεως του στρατιωτικού φαρμακείου, που καθορίζεται στο άρθρο 6 του ν.δ. 107/1969. Κατά συνέπεια επιτρεπτώς κατά την προμνησθείσα συνταγματική διάταξη οι διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο και παράγραφος 6 του ν.δ. 107/1969 παρέχουν εξουσιοδότηση για την ρύθμιση των θεμάτων αυτών με τις οριζόμενες υπουργικές αποφάσεις, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Περαιτέρω από την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 107/1969, όπως η διάταξη αυτή 
ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 115 παράγραφος 1 του ν. 
3978/2011, λαμβανομένου υπ΄ όψιν του προαναφερθέντος περιεχομένου της 
εισηγητικής εκθέσεως για την τελευταία διάταξη σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των προϊσχυσασών ρυθμίσεων για τον καθορισμό των εν λόγω δικαιούχων, και για την εξυπηρέτηση του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου (βλ. 11η σκέψη), δεν αποκλείεται να ορισθεί με την προβλεπόμενη κοινή υπουργική απόφαση ότι περιλαμβάνονται μεταξύ των δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία οι εν ενεργεία και συνταξιούχοι μόνιμοι και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πολιτικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των υπαγόμενων ή εποπτευόμενων από αυτό Οργανισμών, Νομικών Προσώπων και Υπηρεσιών, οι αποσπασμένοι, μετακλητοί και με 
σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου υπάλληλοι, που υπηρετούν στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με οποιαδήποτε ιδιότητα καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους. Επομένως αβασίμως προβάλλεται ότι η ρύθμιση ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα περιλαμβάνονται μεταξύ των δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία κείται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 107/1969, η οποία πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας (άρθρο 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος) και του ελεύθερου ανταγωνισμού (άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος), να ερμηνεύεται στενά.

10. Επειδή είναι απορριπτέα τα προβαλλόμενα σχετικά με πλημμέλειες της 
εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο τρίτο του ν.δ. 
107/1969, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 115 του ν. 
3978/2011, η οποία προβλέπει τον καθορισμό με την οριζόμενη κοινή υπουργική απόφαση του ποσοστού μειώσεως των τιμών των φαρμάκων και των συναφών φαρμακευτικών προϊόντων που διατίθενται στους δικαιούχους παροχής υπηρεσιών από το στρατιωτικό φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του. Και τούτο διότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν περιέχουν ρυθμίσεις σχετικά με το θέμα της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο τρίτο του ν.δ. 107/1969 ούτε προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση οι εκδοθείσες βάσει της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως κοινές υπουργικές αποφάσεις (βλ. 8η σκέψη).

11. Επειδή με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας (ΣτΕ Ολομέλεια 228, 229, 420-424/2014, 3962/2014, 1621/2012, 2764-2768/2011), καθώς και η ελευθερία ασκήσεως εμπορίου (ΣτΕ 2677/2016 7μελής, 1014/2011 7μελής, 4175/1998 7μελής). Η συνταγματική προστασία της ελευθερίας της οικονομικής δραστηριότητας (άρθρο 5 παράγραφος 1 και 106 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος) αποβλέπει στην διασφάλιση της ελεύθερης οικονομικής λειτουργίας των επιχειρήσεων, ώστε να μπορούν οι τελευταίες να λειτουργούν κερδοσκοπικώς εντός της ανταγωνιστικής αγοράς (ΣτΕ 1758, 2180/2016, 2372/2007, 3551/2005). Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς, οι οποίοι πρέπει να ορίζονται γενικώς κατά τρόπο αντικειμενικό και να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας (ΣτΕ Ολομέλεια 228, 229, 420-424/2014, 3962/2014, 1621/2012, 2764 -2768/2011, 2227/2010). Οι περιορισμοί αυτοί δεν επιτρέπεται να φθάνουν μέχρι του σημείου να καθίσταται αδύνατη ή υπερμέτρως δυσχερής η πραγματοποίηση των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχειρήσεως ως 
οικονομικής μονάδας (ΣτΕ 3013, 3016/2014 Ολομέλεια, 1210/2010 Ολομέλεια, 669/2016 7μελής, 4568, 4569/2015 7μελής). Περαιτέρω, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παράγραφος 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος), οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν (βλ. ΣτΕ Ολομέλεια 2148 - 2150/2015, 228, 229, 420 - 424/2014, 3962/2014, 2204 - 2224/2010, 2227/2010, 1991,1992, 3665/2005). Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας ενός μέτρου, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες και συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (ΣτΕ Ολομέλεια 3013, 3016/2014, 3802-3804/2014, 
3962/2014, 1210/2010, 3031/2008). Προκειμένου ο δικαστής να είναι σε θέση να ελέγξει αν οι επιβαλλόμενοι στην οικονομική ελευθερία περιορισμοί αποβλέπουν στην ικανοποίηση συνταγματικώς θεμιτού σκοπού, πρέπει να προκύπτει ή να συνάγεται από την ίδια την ρύθμιση, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε συνδυασμό με την διέπουσα την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος λοιπή νομοθεσία ή από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφιση του σχετικού νόμου ή από στοιχεία, στα οποία οι εργασίες αυτές αναφέρονται, ο σκοπός που επιδιώκεται με τους περιορισμούς αυτούς (ΣτΕ Ολομέλεια 1664 -1666/2011, 1731/2011 7μελής, 3536/2009 7μελής, πρβλ. ΣτΕ Ολομέλεια 2204 - 2224/2010). Εξ άλλου τα φαρμακεία δεν αποτελούν αμιγώς εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά ιδιότυπα καταστήματα, στα οποία συνδυάζεται η υπεύθυνη επιστημονική δραστηριότητα και η κοινωνική αποστολή με την εμπορική εκμετάλλευση. Περαιτέρω, εκ του λόγου ότι τα διατιθέμενα στα φαρμακεία αγαθά, αναγκαία για την διαφύλαξη και την αποκατάσταση της ανθρώπινης
υγείας, είναι ζωτικής σπουδαιότητας για το κοινωνικό σύνολο, υφίσταται έντονο κρατικό ενδιαφέρον για την ρύθμιση τόσο της ασκήσεως όσο και της προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού, το οποίο συνδέεται αρρήκτως με την προστασία της δημόσιας υγείας. Συνεπώς, η εξασφάλιση της βιωσιμότητας των φαρμακείων, και μάλιστα υπό συνθήκες λειτουργίας τους εκτός όρων ελεύθερου ανταγωνισμού, καθώς και η ορθολογική και ισόρροπη κατανομή τους σε ολόκληρη την Χώρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο άμεσος και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμός του συνόλου του πληθυσμού με τα αναγκαία φάρμακα, αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 420/2014 Ολομέλεια, 674/2014). Ειδικά η ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του αποβλέπει, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο του ν.δ. 107/1969, όπως η διάταξη αυτή ισχύει ύστερα από την αντικατάστασή της από το άρθρο 17 παράγραφος 1 του ν. 2743/1999, στην διάθεση φαρμάκων σε μειωμένες τιμές στους δικαιούχους παροχής, όπως αυτοί καθορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο εδάφιο δεύτερο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του ίδιου ν.δ., όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 115 παράγραφος 1 του ν.3978/2011. Από το άρθρο 6 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο του ν.δ. 107/1969 και τα 
παρατεθέντα στοιχεία στην 6η σκέψη, προκύπτει ότι με τις προαναφερθείσες 
διατάξεις περί του στρατιωτικού φαρμακείου σκοπείται η χορήγηση πρόσθετης παροχής στο πεδίο της ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως προς τους εν ενεργεία και συνταξιούχους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, τους εν ενεργεία και συνταξιούχους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τα μέλη των οικογενειών τους που είναι ασφαλισμένα από αυτούς, καθώς και στις λοιπές κατηγορίες δικαιούχων που καθορίζονται με την κατΆ άρθρο 6 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 107/1969 κοινή υπουργική απόφαση. Η παροχή αυτή, εκτός του ότι διασφαλίζει τον ομαλό εφοδιασμό του χώρου του στρατεύματος με τα αναγκαία φάρμακα, συμβάλλει στα προσφερόμενα από την Πολιτεία ανταλλάγματα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες από το εν γένει προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και εν 
τέλει εξυπηρετεί την διατήρηση της λειτουργικότητας και του αξιόμαχού τους. 
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το Φ.700/179/803068/Σ.3960/23.8.2012 έγγραφο απόψεων της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το Δικαστήριο επί της με αριθμό καταθέσεως Ε4749/2012 συναφούς αιτήσεως ακυρώσεως του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής καθώς και το Φ. 700/45/821030/Σ.1821/4.5.2010 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης, που επισυνάπτεται στο Φ.700/13/867241/Σ.2658/18.7.2016 έγγραφο απόψεών της προς το Δικαστήριο, οι όροι λειτουργίας του στρατιωτικού φαρμακείου και ειδικότερα οι μειωμένες τιμές πωλήσεως φαρμάκων και λοιπών φαρμακευτικών προϊόντων προς τους δικαιούχους πρέπει να αξιολογηθούν και σε σχέση με: α. την ωφέλεια των ασφαλιστικών φορέων/Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην περίπτωση των δικαιούχων εξυπηρετήσεως, που απαλλάσσονται από την συμμετοχή τους στην δαπάνη της ιατροφαρμακευτικής τους περιθάλψεως ή συμμετέχουν σε ποσοστό χαμηλότερο από το ποσοστό της παρεχόμενης 
έκπτωσης, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές το σύνολο της εκπτώσεως ή το μέρος της εκπτώσεως, που απομένει για την συμπλήρωση του συνόλου της παρεχόμενης εκπτώσεως, παρέχεται υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (βλ. 8η σκέψη), β. την χρησιμοποίηση των διαθέσιμων μετρητών του Στρατιωτικού Φαρμακείου «αποκλειστικώς διά την ανέγερσιν κτηριακών εγκαταστάσεων Ανεφοδιαστικών Οργάνων υγειονομικού υλικού και την επίπλωσιν τούτων», σύμφωνα με την σαφή πρόβλεψη του άρθρου 6 παράγραφος 4 του ν.δ. 107/1969, γ. την ανάγκη εξυπηρετήσεως των εν ενεργεία στρατιωτικών και των μελών των οικογενειών τους στις περιοχές, όπου οι τοπικοί φαρμακευτικοί σύλλογοι έχουν καταγγείλει τις συμβάσεις που είχαν συνάψει με το Δημόσιο για την επί πιστώσει εξυπηρέτηση ασφαλισμένων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (βλ. την από 3.8.1987 καταγγελία του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, καθώς και την 
Φ.750.ζ/106/438329Σ.2046/1.8.1991 γενική διαταγή της Διεύθυνσης Υγειονομικού του ΓΕΣ σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 18 του π.δ. 432/1983 για την πληρωμή του αντιτίμου της φαρμακευτικής περιθάλψεως στους δικαιούχους στρατιωτικούς από την διαχείριση χρηματικού που τους μισθοδοτεί στις περιοχές, στις οποίες οι τοπικοί φαρμακευτικοί σύλλογοι δεν εξυπηρετούν επί πιστώσει τους ασφαλισμένους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας) και δ. την μη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από την λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου (βλ. και τα εκτεθέντα στην 15η σκέψη). Με την προβλεπόμενη στο άρθρο 6 του ν.δ. 107/1969 ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του, από τα οποία επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η διάθεση φαρμάκων και λοιπών φαρμακευτικών προϊόντων σε μειωμένες τιμές προς ορισμένες κατηγορίες προσώπων, δεν τάσσονται πρόσθετοι όροι ή περιορισμοί στην άσκηση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Με τα δεδομένα αυτά, η ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου δεν περιορίζει την επαγγελματική ελευθερία των φαρμακοποιών, και ειδικότερα, το δικαίωμά τους να ασκούν το επάγγελμά τους ιδρύοντας ή διατηρώντας ιδιωτικά φαρμακεία στις περιοχές, όπου λειτουργούν το στρατιωτικό φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του (πρβλ. ΣτΕ 1790, 1791/2015). Η ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του συνιστά έμμεση επέμβαση στην άσκηση της επαγγελματικής-οικονομικής δραστηριότητας των φαρμακοποιών που διατηρούν φαρμακείο στις περιοχές, όπου λειτουργούν το κεντρικό κατάστημα και τα υποκαταστήματα του στρατιωτικού φαρμακείου, δεδομένου ότι από το στρατιωτικό φαρμακείο χορηγούνται φάρμακα και συναφή φαρμακευτικά προϊόντα με μειωμένες τιμές σε ορισμένες κατηγορίες του καταναλωτικού κοινού, οι οποίες για τον λόγο αυτό θα προτιμούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να εξυπηρετούνται από τα εν λόγω φαρμακεία σε βάρος των ιδιωτικών φαρμακείων. Η έμμεση αυτή επέμβαση δικαιολογείται από την μέριμνα του νομοθέτη για την χορήγηση πρόσθετης παροχής φαρμακευτικής περιθάλψεως σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων για τον προεκτεθέντα σκοπό, δεν συνεπάγεται δε ως εκ της φύσεώς της αλλά και του περιορισμένου καταναλωτικού κοινού που αφορά (πρβλ. ΣτΕ 2677/2016 7μελής, 1014/2011 7μελής), 
δυσανάλογο περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας των φαρμακοποιών, που διατηρούν ιδιωτικά φαρμακεία στις περιοχές, όπου λειτουργούν το κεντρικό κατάστημα και τα υποκαταστήματα του στρατιωτικού φαρμακείου, ούτε άλλωστε αναιρεί τον πυρήνα του δικαιώματός τους, δεδομένου, άλλωστε, ότι, πέραν του ότι ο αιτών αορίστως και αναποδείκτως θέτει ζήτημα διακινδυνεύσεως της βιωσιμότητας των ιδιωτικών φαρμακείων (πρβλ. ΣτΕ 2677/2016 7μελής), μόνη η μείωση των αποκομιζόμενων κερδών των ιδιωτικών φαρμακείων δεν επιφέρει ως αναγκαίο επακόλουθο την διακινδύνευση της βιωσιμότητάς τους (πρβλ. ΣτΕ 2978/2014 7μελής). Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι με την επέκταση των δικαιούχων εξυπηρετήσεως από τα στρατιωτικά φαρμακεία ανατρέπονται οι όροι του υγιούς ανταγωνισμού, δημιουργούνται μονοπωλιακές καταστάσεις σε ευρεία μερίδα του καταναλωτικού κοινού και, ως εκ τούτου, θίγεται η ελεύθερη οικονομική λειτουργία των φαρμακείων εντός της ελεύθερης αγοράς κατά παράβαση των άρθρων 5 παράγραφος 1, 25 παράγραφος 1 και 106 
παράγραφος 1 του Συντάγματος, η επαγγελματική ελευθερία των φαρμακοποιών και η αρχή του κράτους δικαίου. Τέλος, είναι αόριστη η επίκληση του άρθρου 17 του Συντάγματος.

12. Επειδή είναι απορριπτέοι ως προβαλλόμενοι απαραδέκτως εκ συμφέροντος τρίτουοι λόγοι σχετικά α. με την άνιση μεταχείριση υπέρ συγκεκριμένων κατηγοριών προσώπων, που εξυπηρετούνται από το στρατιωτικό φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του, σε βάρος των λοιπών κατηγοριών ασφαλισμένων, οι οποίοι δεν απολαμβάνουν σχετικά προνόμια και β. με το ότι άγει σε δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων των άλλων Υπουργείων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι
παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά όμοιο τρόπο και με τις ίδιες συνθήκες σε 
σχέση με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των νομικών προσώπων που αυτό εποπτεύει, χωρίς η εν λόγω δυσμενής διάκριση να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, η πρόβλεψη ότι περιλαμβάνονται στους δικαιούχους παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία ευρείες κατηγορίες προσώπων (όπως είναι ιδίως οι εν ενεργεία και συνταξιούχοι, μόνιμοι και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πολιτικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των υπαγόμενων ή εποπτευόμενων από αυτό οργανισμών, νομικών προσώπων και υπηρεσιών, οι αποσπασμένοι, μετακλητοί και με σύμβαση εργασίας 
ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου υπάλληλοι, που υπηρετούν στο ίδιο Υπουργείο με οποιαδήποτε ιδιότητα καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους).

13. Επειδή νομίμως εξουσιοδοτείται με το άρθρο 6 παράγραφος 6 εδάφιο πρώτο του ν.δ. 107/1969 ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας προς ρύθμιση των θεμάτων που αποτελούν αντικείμενο της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεδομένου ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις της Χώρας για την επιτέλεση της αποστολής τους έχουν αυτοτελή οργανωτική δομή, στο πλαίσιο δε αυτό ο εν λόγω Υπουργός αποφασίζει για την υγειονομική πολιτική στον χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 13 του ν. 2292/1995 (Α΄ 35), ενώ από το άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος δεν προκύπτει ότι για την ρύθμιση των θεμάτων αυτών, που συνάπτονται με τις ειδικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, απαιτείται συνυπογραφή
του Υπουργού Υγείας. Εξ άλλου δεν θεμελιώνουν αρμοδιότητα του Υπουργού Υγείας επί του προμνησθέντος αντικειμένου το άρθρο 26 του Συντάγματος περί διακρίσεως των λειτουργιών ούτε το άρθρο 83 του Συντάγματος, διότι κατά την διάταξη αυτή ο νόμος καθορίζει τις αρμοδιότητες που ασκούν οι Υπουργοί. Επομένως είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.

14. Επειδή από καμία συνταγματική ή νομοθετική διάταξη ή γενική αρχή του 
δικαίου συνάγεται περιορισμός των αρμοδιοτήτων του υπηρεσιακού Υπουργού (βλ. ΣτΕ 1481/1967 Ολομέλεια, 703, 1087/1959 Ολομέλεια, 1029/1953 Ολομέλεια). Συνεπώς είναι απορριπτέα τα προβαλλόμενα κατ΄ επίκληση του άρθρου 37 παράγραφος 3 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την κοινοβουλευτική αρχή και την δημοκρατική αρχή, περί αναρμοδιότητας του Υπουργού που εξέδωσε την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του έτους 2012 υπηρεσιακής Κυβερνήσεως.

15. Επειδή όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 3914/2015 Ολομέλεια, 1901/2014 Ολομέλεια, 3218/2003 Ολομέλεια, 3972 - 3974, 3976/2013 7μελής, 1368/2008, 3668/2006), κατά το ρητό γράμμα των διατάξεων του άρθρου 29Α του ν. 1558/1985 (Α΄ 137), όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 του ν. 2081/1992 (Α΄ 154) και ισχύει μετά το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδάφιο α΄ του ν. 2469/1997 (Α΄ 38) – περιλήφθηκε δε ήδη ως άρθρο 90 στο π.δ. 63/2005 (Α΄ 98), κάθε κανονιστική πράξη πρέπει να περιέχει μνεία των απαιτουμένων στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, κατά περίπτωση, στοιχείων, που αφορούν την προκαλούμενη από την κανονιστική πράξη 
δαπάνη και τον τρόπο καλύψεώς της και τα οποία στην περίπτωση κανονιστικών πράξεων που συνεπάγονται κάθε είδους δαπάνες σε βάρος του Δημοσίου είναι: το μέγεθος της δαπάνης, η κατανομή της σε οικονομικά έτη, ο τρόπος αντιμετωπίσεώς της για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών, ο ειδικός φορέας του προϋπολογισμού και ο κωδικός αριθμός εξόδου -Κ.Α.Ε.- από την εγγεγραμμένη πίστωση των οποίων πρόκειται να καταβληθεί η σχετική δαπάνη. Σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία αυτά έχουν παραλειφθεί, η δημοσιευθείσα χωρίς την παράθεσή τους κανονιστική πράξη είναι ανίσχυρη και ακυρωτέα (ΣτΕ 3914/2015 Ολομέλεια, 1901/2014 Ολομέλεια, 3668/2006 Ολομέλεια, 3217, 3218/2003 Ολομέλεια). Το ανίσχυρο κανονιστικής διοικητικής πράξεως, ως εκ του ότι δημοσιεύθηκε χωρίς την μνεία των αναφερθέντων στοιχείων, δεν ισχύει, κατ΄ εξαίρεση, στην περίπτωση κατά την οποία στο μεν προοίμιο της κανονιστικής 
πράξεως μνημονεύεται το άρθρο 29Α του ν. 1558/1985, είναι δε πρόδηλο και πέραν πάσης αμφιβολίας, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου της πράξεως αυτής, η οποία προσβάλλεται ευθέως ή ελέγχεται παρεμπιπτόντως, ότι από το σύνολο των διατάξεών της δεν προκαλείται καμία δαπάνη (ΣτΕ 3972 - 3974, 3976/2013 7μελής).Όπως έχει γίνει δεκτό, κατά την έννοια των αναφερθεισών διατάξεων, δεν απαιτείται ο συνυπολογισμός της πιθανολογούμενης απώλειας εσόδων (ΣτΕ 3914/2015 Ολομέλεια, 1901/2014 Ολομέλεια, 2612/2005). Εξ άλλου, η βεβαίωση ότι δεν προκαλείται δαπάνη είναι νόμιμη, όταν δεν έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας ή με τα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 3914/2015 Ολομέλεια, 1901/2014 Ολομέλεια, 3668/2006 Ολομέλεια). Εξ άλλου ο ν. 2362/1995 (Α΄ 247), 
όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε στο άρθρο 3 αρ. 8, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3871/2010 (Α΄ 141), ότι: «Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, για την εφαρμογή του νόμου αυτού, έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες: ... 8. Συμπράττει υποχρεωτικά στην έκδοση κανονιστικών πράξεων που προκαλούν δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού ή Προϋπολογισμού φορέων της Γενικής Κυβέρνησης» και στο άρθρο 22 παράγραφος 3, όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 αρ. 3 του ν. 3871/2010 (Α΄ 141), ότι: «Οι δαπάνες, που προκαλούνται από τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις, αναγνωρίζονται και βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή τους προϋπολογισμούς των επιχορηγούμενων από αυτόν φορέων, μόνον εφόσον αυτές εκδίδονται με τη σύμπραξη του Υπουργού Οικονομικών. Η παράλειψη σύμπραξης αυτού συνεπάγεται τη μη δημοσίευση της κανονιστικής διοικητικής πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως … ». Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παράγραφοι 3 - 5 του ν.δ. 107/1969, του άρθρου 18 παράγραφοι 1 και 7 του ν.δ. 721/1970 (Α΄ 251) και του κεφαλαίου Δ΄ “Κεφάλαιο Στρατιωτικού Φαρμακείου Αθηνών - Γενικά” του Κανονισμού Λειτουργίας του Στρατιωτικού Φαρμακείου (που κυρώθηκε με την Φ.073.1/3/116307/Σ. 1474/21.8.1997 απόφαση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ΣΚ 410-3), το Στρατιωτικό Φαρμακείο Αθηνών αποτελεί εκμετάλλευση εξυπηρετήσεως προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των μελών των οικογενειών των, ασκούμενη δια κεφαλαίου εκτός Κρατικού Προϋπολογισμού, το οποίο συγκροτείται από τα καθαρά κέρδη, που προέρχονται από τις δραστηριότητες του καταστήματος, επενδύεται σε εμπορεύματα και τα απαραίτητα για την λειτουργία του έπιπλα και σκεύη και είναι κοινό για το κεντρικό κατάστημα και τα υποκαταστήματα. Εν προκειμένω στην παράγραφο ε΄ του προοιμίου της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι «ε. ... από τις διατάξεις της απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού … ». Εξ άλλου, σύμφωνα με το Φ.700/13/867241/Σ.2658/18.7.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το Δικαστήριο «Το ΣΦΑ ... λειτουργεί ως ίδια εκμετάλλευση και ως εκ τούτου είναι αυτοχρηματοδοτούμενη και δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από το λειτουργικό Π/Υ του ΓΕΣ. Το κόστος συντήρησης-λειτουργίας (καθαριότητα, 
ασφάλιση προϊόντων, αναλώσιμα, επισκευή εγκαταστάσεων, προμήθεια εξοπλισμού κ.λπ.) καλύπτεται από ιδίους πόρους. Επιπρόσθετα, η προμήθεια φαρμάκων προς εξυπηρέτηση των δικαιούχων είναι αυτοχρηματοδοτούμενη, με εξόφληση φαρμακευτικών εταιρειών, μετά την είσπραξη από τα ασφαλιστικά ταμεία, χωρίς χρηματοδότηση από τον Π/Υ του ΥΠΕΘΑ». Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και δεδομένου ότι βεβαιώνεται στο προοίμιο της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι από τις διατάξεις της δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, η βεβαίωση δε αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας ή τα στοιχεία του φακέλου, δεν παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 29Α του ν. 1558/1985, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Εξ άλλου, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, βάσει των διατάξεων 
του άρθρου 29Α του ν. 1558/1985, δεν απαιτείται η αναγραφή στις κανονιστικές πράξεις της πιθανολογούμενης απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού (ΣτΕ 3914/2015 Ολομέλεια, 1901/2014 Ολομέλεια, 2612/2005), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ότι στην δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να περιληφθεί συγκεκριμένη μνεία για το ύψος της προκαλούμενης δαπάνης και τον τρόπο καλύψεώς
της, δεδομένου ότι τα έσοδα του στρατιωτικού φαρμακείου και των 
υποκαταστημάτων του συνιστούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού και υπόκεινται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 107/1969 στην ειδική διαχείριση του Δημοσίου. Τέλος, δεδομένου ότι, όπως βεβαιώνεται στο προοίμιο της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τις διατάξεις της δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, δεν ήταν αναγκαία σύμπραξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την έκδοσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 αρ. 8 του ν. 2362/1995 ούτε προσυπογραφή της από τον Υπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3 του ίδιου νόμου, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.

16. Επειδή τέλος προβάλλεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 1 παράγραφος 4 της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως καταλείπει την δυνατότητα λειτουργίας του στρατιωτικού φαρμακείου από μη φαρμακοποιούς και ως εκ τούτου είναι παράνομη διότι έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 9 του π.δ. 312/1992, 1- 4, 14, 20 και 21 του π.δ. 340/1993 που, χάριν του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας, επιβάλλουν την συνεχή αυτοπρόσωπη παρουσία του φαρμακοποιού στο φαρμακείο όλες τις ώρες λειτουργίας του. Ωστόσο το άρθρο 1 παράγραφος 4 της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο πλαίσιο του άρθρου 6 παράγραφος 7 του ν.δ. 107/1969, ορίζει ότι στα υποκαταστήματα του στρατιωτικού 
φαρμακείου προΐστανται Αξιωματικοί (ΥΦ) του Στρατού Ξηράς, κάτοχοι άδειας ασκήσεως επαγγέλματος φαρμακοποιού, χωρίς να καταλείπει την δυνατότητα λειτουργίας των υποκαταστημάτων του στρατιωτικού φαρμακείου από μη φαρμακοποιούς. Επομένως είναι απορριπτέος ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως.

17. Επειδή στο άρθρο 2 του ν. 3959/2011 (Α΄ 93) ορίζεται ότι: «1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας. 2. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με
αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών». Κατά τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με το ενωσιακό δίκαιο του ανταγωνισμού, στην έννοια της «επιχειρήσεως» υπάγεται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποτελεί φορέα οικονομικής δραστηριότητας, τουτέστιν που ασκεί  δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά, ανεξάρτητα από το νομικό του καθεστώς και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του (ΣτΕ148 - 150/2015 Ολομέλεια, 3154/2014 7μελής, 2075, 2076/2014 - αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ήδη της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21.9.1999, C-115-117/97, Brentjens' Handelsonderneming BV, σκ. 77, της 21.9.1999, C-67/96,
Albany International BV, σκ. 77, της 18.6.1998, C – 35/1996, Eπιτροπή 
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, σκ. 36, της 
11.12.1997, C-55/96 Job Centre coop. Arl., σκ. 21, της 16.11.1995, C-244/94 
Federation Francaise des Societes dΆ Assurances, σκ. 14, της 23.4.1991, C-41/90 Hoefner and Elser v. Marcotron σκ. 21, της 16.6.1987, C-118/85 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκ. 7-8). Η επιχείρηση μπορεί να είναι και φορέας ενταγμένος στην Δημόσια Διοίκηση, εάν την έχει οργανώσει έτσι η νομοθεσία κράτους μέλους (απόφαση ΔΕΕ της 27.10.1993, C-92/91, Taillandier, σκ. 14). Κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3959/2011, δεσπόζουσα θέση κατέχει επιχείρηση που λόγω της οικονομικής ισχύος της μπορεί να κωλύει την διατήρηση συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά και να υιοθετεί ανεξάρτητη συμπεριφορά έναντι των ανταγωνιστών, των πελατών της και τελικά των καταναλωτών. Στο πλαίσιο αυτό, το οποίο δεν απαγορεύει την δημιουργία ή την κατοχή δεσπόζουσας θέσεως, αλλά μόνο την καταχρηστική της 
εκμετάλλευση, η επιβαλλόμενη απαγόρευση καλύπτει κάθε συμπεριφορά η οποία μπορεί να επηρεάσει αθέμιτα την δομή μιας αγοράς, στην οποία, ακριβώς λόγω της παρουσίας της προαναφερθείσας επιχειρήσεως, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος, και η οποία (συμπεριφορά) έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της διατηρήσεως του υφιστάμενου στην αγορά ανταγωνισμού ή της αναπτύξεώς του. Επομένως, ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως δεν νοείται μόνον η πρακτική που ζημιώνει ευθέως τους καταναλωτές, αλλά και κάθε άλλη αθέμιτη πρακτική που 
ζημιώνει εμμέσως τους καταναλωτές πλήττοντας τον πραγματικό ανταγωνισμό, απαγορεύεται δηλαδή στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να αποκλείει ανταγωνιστές από την αγορά, ενισχύοντας έτσι την θέση της, με την χρησιμοποίηση διαφορετικών μέσων σε σχέση με τα χρησιμοποιούμενα υπό συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού. Εξ άλλου, η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως από μια επιχείρηση 
σε μια αγορά, στην οποία η δομή του ανταγωνισμού είναι εξασθενημένη λόγω της παρουσίας της, στοιχειοθετείται, όταν η εφαρμοζόμενη από την επιχείρηση πρακτική αποσκοπεί αποκλειστικά στον εξοβελισμό των ανταγωνιστών της, προκειμένου στην συνέχεια να αντλήσει όφελος από την εξασθένηση του ανταγωνισμού. Για να καθορισθεί σε συγκεκριμένη περίπτωση αν ορισμένη επιχείρηση εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικά την δεσπόζουσα θέση της, πρέπει τα αρμόδια όργανα της Διοικήσεως και τα αρμόδια Δικαστήρια να εκτιμούν το σύνολο των οικείων περιστάσεων και ιδίως το αν η επίμαχη πρακτική απέβλεπε στην αφαίρεση ή στον περιορισμό της δυνατότητας του καταναλωτή όσον αφορά τις πηγές εφοδιασμού του με αγαθά ή υπηρεσίες, στην παρεμπόδιση της εισόδου στην αγορά των ανταγωνιστών και γενικά στην αθέμιτη ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσεως της επιχειρήσεως και στην νόθευση του ανταγωνισμού (ΣτΕ 715/2013 - βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ήδη της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13.2.1979, 85/76, HOFFMANN-LA ROCHE κατά Επιτροπής, σκ. 38 και 91, της 2.4.2009, C-202/07 P, FRANCE TELECOM SA κατά Επιτροπής, σκ. 104 -107, και της 14.10.2010, C-280/08 P, DEUTSCHE TELEKOM κατά Επιτροπής, σκ. 170 -176). Τέλος βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 3959/2011, δηλαδή για την έρευνα αν υπάρχει ή όχι δεσπόζουσα θέση μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, ώστε να τίθεται, περαιτέρω, και ζήτημα καταχρηστικής εκμεταλλεύσεώς της από αυτήν ή αυτές τις επιχειρήσεις, είναι η οριοθέτηση της (σχετικής) αγοράς, στην οποία φέρεται ή φέρονται ότι κατέχουν την δεσπόζουσα αυτή θέση η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις αυτές (ΣτΕ 2336/1998). Στην κρινόμενη υπόθεση, ανεξαρτήτως εάν το στρατιωτικό φαρμακείο συνιστά επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν.3959/2011, δεδομένου ότι, αν και το εν λόγω φαρμακείο ασκεί οικονομική δραστηριότητα και διαθέτει ίδιο κεφάλαιο (βλ. άρθρο 6 παράγραφοι 3 - 4 του ν.δ.107/1969, Κεφάλαιο Δ΄ του Κανονισμού Λειτουργίας του Στρατιωτικού Φαρμακείου Αθηνών), τα κέρδη από την λειτουργία του χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων Ανεφοδιαστικών Οργάνων υγειονομικού υλικού και την επίπλωση αυτών - ΣτΕ 2677/2016 7μελής, 1014/2011 7μελής), δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως του στρατιωτικού φαρμακείου λαμβανομένου υπΆ 
όψιν του περιορισμένου αριθμού των υγειονομικών αυτών μονάδων και του ειδικού σκοπού που εξυπηρετούν, δεδομένου άλλωστε ότι ο αιτών δεν επικαλείται συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι το στρατιωτικό φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του με το νομικό καθεστώς της λειτουργίας τους κατέχουν δεσπόζουσα θέση σε ορισμένη αγορά, όπως απαιτείται από τον νόμο. Μόνον ο ισχυρισμός του αιτούντος, ανεξαρτήτως εάν αποδεικνύεται, ότι το στρατιωτικό φαρμακείο και τα υποκαταστήματά του διατηρούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων ποσοστό της αγοράς, που υπερβαίνει το 80%, δεν οριοθετεί την αγορά ως προς συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες ή συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, όπου το στρατιωτικό φαρμακείο κατέχει δεσπόζουσα θέση. Επομένως είναι πορριπτέα τα προβαλλόμενα α. ότι η λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου και των 
υποκαταστημάτων του εμπίπτουν στην απαγόρευση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, αφού λειτουργούν με τρόπο, που νοθεύει σημαντικά το σύστημα της ελεύθερης αγοράς και αναιρεί τον ανταγωνισμό στον τομέα του φαρμάκου και των φαρμακευτικών προϊόντων, τουλάχιστον στις πόλεις και τις γεωγραφικές περιοχές, όπου λειτουργούν και β. ότι η πρόβλεψη ότι περιλαμβάνονται στους δικαιούχους παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία οι κατηγορίες προσώπων που αναφέρθηκαν στην 9η σκέψη, νοθεύει την ελεύθερη αγορά στην αγορά φαρμάκων και φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, αφού ανατρέπει τους όρους του υγιούς ανταγωνισμού, δημιουργώντας άκρως μονοπωλιακές καταστάσεις σε ευρεία μερίδα του καταναλωτικού κοινού.

18. Επειδή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να επιλαμβάνονται διαφορών, οι οποίες τα υποχρεώνουν να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν την έννοια της ενισχύσεως του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), προκειμένου ιδίως να κρίνουν αν κρατικό μέτρο που λήφθηκε χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία προηγουμένου ελέγχου του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής 
Κοινότητας) έπρεπε να είχε υποβληθεί στην διαδικασία αυτή (πρβλ. ΔΕΚ, αποφάσεις της 22.3.1977, C- 78/76, Steinike & Weinlig, Συλλ. 1977, σ. 171, σκ. 14, της 21.11.1991, C-354/90, Fédération nationale du commerce 
extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des 
négociants et transformateurs de saumon, Συλλ. 1991, σ. I-5505, σκέψη 
10, της 11.7.1996, C-39/94, SFEI κ.λπ., σκ. 49, της 8.11.2001, C-143/99, 
Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke, σκ. 21-32, της 5.10.2006, C-368/04, Transalpine Ölleitung in Österreich, σκ. 39 
κ.ά.). Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί 
του αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η κρίση αυτή 
εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης (ΣτΕ 2406/2014 7μελής, 2201, 2202/2010 Ολομέλεια, 2786-2787/2007, 3905/1988, 1093/1987 Ολομέλεια - βλ. ΔΕΚ αποφάσεις της 18.7.2007, C-119/05, Lucchini, σκ. 50-51, της 9.8.1994, C-44/93, Namur-Les assurances du crédit SA, σκ. 17). Επομένως απαραδέκτως προβάλλεται ότι τα οικονομικά πλεονεκτήματα, που παρέχονται μέσω κρατικών πόρων στα στρατιωτικάφαρμακεία (σύσταση και λειτουργία αυτών με δαπάνες του κράτους, μη επιβάρυνσή τους με σειρά δαπανών που βαρύνουν τις λοιπές επιχειρήσεις φαρμακείων, μη επιβάρυνση αυτών με δαπάνες προσωπικού, στεγάσεως, μεταφοράς, απαλλαγή από τέλη, φόρους και δασμούς), συνιστούν κρατική ενίσχυση, αντίθετη στο άρθρο 107 
παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) που νοθεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, διότι η κρίση περί του αν κρατικά μέτρα ενισχύσεως είναι συμβατά ή μη με την κοινή αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης, τα δε εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί τέτοιου ζητήματος.

19. Επειδή προβάλλεται ότι η λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου συνιστά σοβαρό εμπόδιο για τους κοινοτικούς πολίτες οι οποίοι διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα και επιθυμούν να λειτουργήσουν επιχείρηση φαρμακείου στην Ελλάδα, ιδιαίτερα δε σε περιοχές όπου αυτό λειτουργεί. Ο λόγος, όμως, αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, διότι το προπεριγραφέν καθεστώς ιδρύσεως και λειτουργίας στρατιωτικού φαρμακείου που ενδεχομένως καταστήσει λιγότερο ελκυστική σε ενδιαφερομένους από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης την λειτουργία φαρμακείου στις περιοχές που λειτουργεί το εν λόγω φαρμακείο, δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 49 (πρώην 43) και 56 (πρώην 49) της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις οποίες κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, το δικαίωμα της ελεύθερης εγκαταστάσεως και το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λαμβανομένων υπ΄ όψιν των ειδικών σκοπών που αυτό εξυπηρετεί, οι οποίοι έχουν εκτεθεί στην 11η σκέψη (βλ. Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απόφαση της 21ης Ιουνίου 2012 C-84/11 – ΣτΕ 420/2014 Ολομέλεια, 674/2014).

20. Επειδή τα προβαλλόμενα ότι η ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού 
φαρμακείου δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες και αντιλήψεις, είναι 
απορριπτέα ως απαράδεκτα διότι πλήττουν την ορθότητα της ουσιαστικής επιλογής του νομοθέτη σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία του εν λόγω φαρμακείου.

21. Επειδή στην κρινόμενη αίτηση αναφέρονται διατάξεις της κείμενης 
φαρμακευτικής νομοθεσίας σχετικά με την ίδρυση, την εν γένει λειτουργία των 
φαρμακείων και την χορήγηση άδειας (άρθρο 6 του ν. 1963/1991, Α΄ 138, σχετικά με τις ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ των φαρμακείων, άρθρα 2 του ν. 1963/1991 και 36 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 3918/2011, Α΄ 31, σχετικά με τα πληθυσμιακά όρια που διέπουν την ίδρυση των φαρμακείων, άρθρα 1 και 9 του π.δ. 312/1991, Α΄ 157 και 1, 2, 3, 4, 7, 9, 10, 11, 12, 14, 19, 20, 21, 22-25 του π.δ. 340/1993, Α΄ 145, σχετικά με τις υποχρεώσεις του φαρμακοποιού, διατάξεις για το ωράριο των φαρμακείων, που δεν προσδιορίζονται), οι οποίες έχουν τεθεί κατά τον αιτούντα, με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας (άρθρα 5 παράγραφος 5, 12 παράγραφος 3 και 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος), την διαφύλαξη του υγιούς ανταγωνισμού και της βιωσιμότητας των φαρμακείων. Ωστόσο η επίκληση των διατάξεων αυτών είναι αόριστη, αφού δεν προβάλλεται συγκεκριμένη πλημμέλεια των προσβαλλόμενων αποφάσεων βάσει των διατάξεων αυτών.

22. Επειδή από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι το στρατιωτικό φαρμακείο 
απαλλάσσεται από την απόδοση φόρου προστιθεμένης αξίας (βλ. άρθρα 3 παράγραφοι 1-3, 4 παράγραφος 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2859/2000, Α΄ 248, Κ.Φ.Π.Α., Παράρτημα Ι αρ. 12 του ίδιου Κώδικα, από τα οποία προκύπτει ότι και το Δημόσιο, εφόσον ασκεί οικονομική δραστηριότητα, διατηρώντας κατάστημα, από το οποίο παρέχει υπηρεσίες ή διαθέτει αγαθά, υπόκειται σε φόρο προστιθεμένης αξίας), (βλ. σχετικά το Φ.700/179/803068/Σ.3960/23.8.2012 έγγραφο απόψεων της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το Δικαστήριο επί 
της συναφούς με αριθμό καταθέσεως Ε 4749/2012 αιτήσεως ακυρώσεως του 
Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής). Επομένως είναι απορριπτέος ο λόγος ότι η απαλλαγή του στρατιωτικού φαρμακείου από τους φόρους, που επιβάλλονται στα λοιπά φαρμακεία δεν εναρμονίζεται με την Έκτη Οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογικά βάση» (Ε.Ε. L. 145/13.6.1977 - ήδη Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.11.2006 «σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας», Ε.Ε. L. 347/11.12.2006).

23. Επειδή η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 2 της πρώτης προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με τον τρόπο αποδείξεως της ιδιότητας του δικαιούχου παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία κείται εντός της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 107/1969, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 115 παραγράφων 1 του ν. 3978/2011, που προβλέπει τον καθορισμό των δικαιούχων παροχής των επίδικων υπηρεσιών, στον οποίο περιλαμβάνεται ο τρόπος αποδείξεως της υπαγωγής στις οριζόμενες κατηγορίες δικαιούχων, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παράγραφος 2 περ. α΄ της ιδίας προσβαλλόμενης αποφάσεως απαιτείται το βιβλιάριο του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), προκειμένου να αποδειχθεί η υπαγωγή του ενδιαφερομένου στις οριζόμενες από αυτήν (άρθρο 1 παράγραφος 1) κατηγορίες δικαιούχων, είναι δε απορριπτέα ως αβάσιμα τα προβαλλόμενα περί δυνατότητας διαθέσεως φαρμάκων από τα στρατιωτικά φαρμακεία σε όλους τους κατόχους βιβλιαρίου του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.). Τέλος η πρόβλεψη περί επιδείξεως οποιουδήποτε δημοσίου εγγράφου για την απόδειξη της ιδιότητας του δικαιούχου παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία (άρθρο 1 παράγραφος 2 περ. β΄ της πρώτης προσβαλλόμενης αποφάσεως) είναι αρκούντως σαφής και δεν χρήζει περαιτέρω εξειδικεύσεως, όπως αβασίμως προβάλλεται. Δεδομένου ότι είναι αβάσιμοι οι τρεις τελευταίοι ισχυρισμοί, είναι περαιτέρω απορριπτέος ο λόγος που στηρίζεται στην βασιμότητά τους και με τον οποίο προβάλλεται ότι με την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση παρακάμπτονται οι περιορισμοί σχετικά με τον καθορισμό των δικαιούχων και καθίσταται νομιμοφανής η διάθεση φαρμάκων και φαρμακευτικών προϊόντων σε όποιον επιθυμεί να προμηθευτεί φθηνότερα φάρμακα και φαρμακευτικά προϊόντα από τα στρατιωτικά φαρμακεία. 

24. Επειδή κατόπιν των προηγουμένων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.


Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στον αιτούντα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 7η Μαρτίου 2017

Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος

Αικ. Συγγούνα Δ. Τετράδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 2018.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Ο Γραμματέας

Δ. Σκαλτσούνης Ν. Βασιλόπουλος