Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Π.Ο.Ε.Σ. - Επαγγελματική υγεία και ασφάλεια στρατιωτικών

Π.Ο.Ε.Σ. - Επαγγελματική υγεία και ασφάλεια στρατιωτικών

ΘΕΜΑ Επαγγελματική Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία στις ΕΔ

α. Ν.551/1915 (ΦΕΚ Α΄ 11, «Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργασιών ή υπαλλήλων»)

β. Στατιστική Ταξινόμηση Οικονομικών Δραστηριοτήτων (ΣΤΑΚΟΔ) 1980

γ. ΣΥΑ ΥΠ.ΕΘ.Α. 2007

δ. Ν.3850/2010 (ΦΕΚ Α΄ 84, «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων» - Κ.Ν.Υ.Α.Ε.)

ε. Το από 28.9.2010 Μνημόνιο Συνεργασίας ΥΠ.ΕΘ.Α. – ΥΠ.Ε.Κ.Α.          

στ. Υπ΄ αριθμ. οικ. 20911/26.9.2016 έγγραφο Σ.ΕΠ.Ε.

ζ. Πρότυπο ΕΛΟΤ 4501/2018 («Συστήματα διαχείρισης για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία – Απαιτήσεις και οδηγίες εφαρμογής»)

η. Υπ΄ αριθμ. πρωτ. 397664/04.10.2019 Σ.ΕΠ.Ε.

θ. Υπ΄ αριθμ. πρωτ. 415/09.10.2019 απάντηση ΥΠ.Ε.Κ.Υ. σε Κοινοβουλευτικό Έλεγχο

ι. Υπ΄ αριθμ. πρωτ. Φ. 900α/2168/16672/19.10.2019 απάντηση ΥΠ.ΕΘ.Α. σε Κοινοβουλευτικό Έλεγχο

ια. Υπ΄ αριθμ. πρωτ. Φ. 900α/4792/16690/31.10.2019 απάντηση ΥΠ.ΕΘ.Α. σε Κοινοβουλευτικό Έλεγχο

ιβ. Υπ΄ αριθμ. πρωτ. 456/07.11.2019 απάντηση ΥΠ.Ε.Κ.Υ. σε Κοινοβουλευτικό Έλεγχο

1. Τους τελευταίους μήνες η Ομοσπονδία μας έχει επικεντρωθεί με ιδιαίτερη ανησυχία σε ζητήματα που αφορούν στην Υγιεινή και Ασφάλεια (εφεξής «Υ&Α») στις ΕΔ, όχι με αφορμή μόνο τα δυσάρεστα περιστατικά που έχουν συμβεί, αλλά με την αντίληψη της πρόληψης και της βελτιστοποίησης του υφιστάμενου πλαισίου.

2. Παρόλο που αναγνωρίζουμε την ύπαρξη συγκεκριμένων μηχανισμών Υ&Α, με κυριότερο το (γ) σχετικό, που αποτελεί το εσωτερικό πρότυπο Υ&Α στις ΕΔ, ωστόσο μέσα από μία σειρά από απαντήσεις αρμοδίων φορέων σε έγγραφά μας περί την Υγιεινή και Ασφάλεια στην Εργασία (εφεξής «ΥΑΕ»), αν και όλες κάνουν διαρκή μνεία στο υφιστάμενο πλαίσιο, διαπιστώνεται ότι μεγάλο μέρος αυτού (υφιστάμενου πλαισίου) δεν τηρείται, ακόμη και σε πρακτικό επίπεδο, διά των σοβαρών περιστατικών (τραυματισμών, θανάτων, αυτοκτονιών) που δείχνουν να λαμβάνουν χώρα με αυξητικό ρυθμό στις ΕΔ.

3. Προς επίρρωσιν της ανωτέρω διαπιστώσεως θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι:

α. Το (γ) σχετικό ήδη εφαρμόζεται στις ΕΔ επί δώδεκα (12) έτη και πριν ακόμα η εφαρμογή της νομοθεσίας περί ΥΑΕ καταστεί υποχρεωτική στις ΕΔ [άρθρο 2 παρ.2 του (δ) ομοίου].

β. Παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις [(ιβ) σχετικό] περί τροποποιήσεών του κατά τα περασμένα έτη, εντοπίζεται μία σειρά από ιδιαίτερα σοβαρές και χρονίζουσες αποκλίσεις και προβλήματα εφαρμογής του, σε σχέση με τον εσωτερικό μηχανισμό λειτουργίας των ΕΔ.

4. Προκειμένου να αναδειχθεί ότι η εφαρμογή του γενικότερου και ειδικότερου πλαισίου ΥΑΕ καθίσταται στην πράξη συνολικά δυσχερής, παραθέτουμε, εντελώς ενδεικτικά, κάποια προβλήματα, ως εξής:

α. Αναντιστοιχίες του ισχύοντος νομικού πλαισίου ως προς τις ΕΔ:

(1) Ως προς τον προσδιορισμό των «δραστηριοτήτων με εγγενείς ιδιαιτερότητες» κατά τις οποίες η νομοθεσία θα δύναται να έχει εφαρμογή με μεγαλύτερη ελαστικότητα [άρθρο 2 παρ.2 του (δ) σχετικού και (η) και (ιβ) σχετικά].

(2) Ως προς τη δυσχέρεια κατηγοριοποίησης των υπηρεσιών των ΕΔ:

(α) Οι Μονάδες (Σχηματισμοί, Υπηρεσίες κλπ), παρά την πολυπλοκότητα της δομής τους σε πλήθος περιπτώσεων, κατά το νόμο οφείλουν να κατατάσσονται ως προς την οικονομική τους δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 του (δ) σχετικού, σε συνδυασμό με το (β) όμοιο.

(β) Το εν λόγω γεγονός υποδηλώνει τη γενικότερη στρέβλωση από το πρώτο κιόλας βήμα προσπάθειας εφαρμογής του κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (εφεξής «Κ.Ν.Υ.Α.Ε.»), αφού με βάση την αρχική κατάταξη προκύπτει στη συνέχεια και το κάθε Σύστημα Διαχείρισης ΥΑΕ (εφεξής «Σ.Δ.Υ.Α.Ε.») έκαστης Υπηρεσίας των ΕΔ, αρχής γενομένης από τον τρόπο και τις ώρες απασχόλησης Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας ως προς την παρακολούθηση των συνθηκών εργασίας και την εκτίμηση κινδύνου.

(3) Ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα είναι ότι, στις ΕΔ δεν είναι εφικτή η επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (εφεξής «Σ.ΕΠ.Ε.») για τη μη εφαρμογή του Κ.Ν.Υ.Α.Ε., όπου διαπιστώνεται, παρόλο που, θεωρητικά τουλάχιστον, οι ποινικές κυρώσεις είναι εφικτό να επιβληθούν διά μιας δυνητικής σειράς υπηρεσιακών ενεργειών του Σ.ΕΠ.Ε.

(4) Ως προς τη συνεργασία με τον Τεχνικό Ασφαλείας και τον Ιατρό Εργασίας:

(α) Το γενικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τους οικονομικούς φορείς, προβλέπει περιπτώσεις όπου ο εργοδότης δύναται να διαφωνεί με τις υποδείξεις του Τεχνικού Ασφαλείας και του Ιατρού Εργασίας [άρθρο 20 παρ.4 του (δ) σχετικού], τεκμηριώνοντας τη διαφωνία του και γνωστοποιώντας αυτή (διαφωνία) στις αρμόδιες επιτροπές ΥΑΕ, ενώ παράλληλα, τόσο ο Τεχνικός Ασφαλείας, όσο και ο Ιατρός Εργασίας έχουν το δικαίωμα να εμμένουν στις υποδείξεις τους.

(β) Ωστόσο, η ανωτέρω πρόβλεψη μπορεί να εφαρμόζεται μόνο στο εργασιακό πεδίο εκτός ΕΔ, διότι εκεί, ανάμεσα στον εργοδότη και τον Τεχνικό Ασφαλείας/Ιατρό Εργασίας υφίσταται «απλή» εργασιακή σχέση, εν αντιθέσει με τις ΕΔ όπου η εργασιακή σχέση υπόκειται παράλληλα, είτε σε έμμεση ιεραρχική υπαγωγή (αρχαιότερου - νεότερου), είτε σε άμεση σχέση διοικήσεως (προϊσταμένου - υφισταμένου).

(γ) Έτσι, καθίσταται προφανές ότι σε μια τέτοια περίπτωση, εκ του θεσμικού πλαισίου των ΕΔ ο αρχαιότερος/προϊστάμενος έχει πρόσθετα δικαιώματα που επεκτείνονται και ως προς τη γενικότερη εργατική νομοθεσία και ως εκ τούτου, έστω δυνητικά, του παρέχεται το δικαίωμα να μη συμμορφωθεί ούτε με τις υποδείξεις περί Υ&Α, ούτε όμως και με τις περαιτέρω υποχρεώσεις, ακόμη και δίχως καν να αιτιολογήσει την απόφασή του.

(δ)   Εν λόγω γεγονός έμμεσα «ακυρώνει» τόσο τη διαδικασία Γραπτής Εκτίμησης Επαγγελματικού Κινδύνου (εφεξής «Γ.Ε.Ε.Κ.») όσο και διάφορες νομικές πρόνοιες.

β. Δυσχέρεια εφαρμογής Σ.Δ.Υ.Α.Ε. λόγω έλλειψης κατάλληλου νομικού / θεσμικού πλαισίου:

(1) Ήδη η Ομοσπονδία μας έχει αναδείξει με αρκετά έγγραφά της την ανάγκη νομοθετήσεως περί του εργασιακού στρες και των σχετιζόμενων με αυτό συνδρόμων. Προς επίρρωσιν τούτου επικαλούμαστε τις απαντήσεις αρμοδίων φορέων ως σχετικά (η) και (ιβ) (που προκλήθηκαν με αφορμή φαινόμενα απώλειας ζωής συναδέλφων μας), οι οποίες διευκρινίζουν ρητώς ότι, αν και το πρόβλημα αναγνωρίζεται μεν ως υπαρκτό, επί της ουσίας δεν μπορούν να αναληφθούν έτερες ενέργειες αντιμετώπισής του, ένεκα έλλειψης νομοθετικής υπόστασης αυτού.

(2) Απόρροια της ανωτέρω ανακολουθίας είναι και ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξετάζει τις περιπτώσεις ασθενειών που οφείλονται στην εργασία, ανά περίπτωση με βάση υποδείξεις, ιατρικές εξετάσεις και γεγονότα [(ιβ) σχετικό], ωστόσο δεν υφίσταται πλαίσιο για να το πράξει στην περίπτωση των ψυχοκοινωνικών παραγόντων [ (η) και (ιβ) σχετικά].

(3) Ιδίως ως προς τις περιπτώσεις θανάτων που ενδέχεται να σχετίζονται με το εργασιακό στρες:

(α) Με τα (η) και (ιβ) σχετικά επισημάνθηκε ότι για να συσχετιστεί θάνατος με εργατικό ατύχημα πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του (α) ομοίου, δηλαδή να υφίσταται «σχέση αιτίου – αποτελέσματος, με βίαια εξωτερικά γεγονότα (ανεξάρτητα από την οργανική κατάσταση των παθόντων) που συνέβησαν κατά την εκτέλεση της εργασίας».

(β) Προσφάτως είδε το φως δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (με την υπ’ αριθμ. 1358/2018 απόφασή του) δικαίωσε οικογένεια εργαζομένου και αναγνώρισε ότι ο θάνατος μέλους της οικογενείας αυτής προήλθε από εργασιακό στρες, παρόλο που το συμβάν έλαβε χώρα στην οικία του, πέραν του εργασίμου ωραρίου.

(γ) Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι, πλέον, αμφισβητείται ευθέως, τόσο ο ορισμός του βίαιου συμβάντος, όσο και οι συνθήκες εργασιακής σχέσης υπό της οποίες συνέβη το γεγονός.

(δ) Ωστόσο, ένα τόσο σοβαρό ζήτημα δεν μπορεί να βαραίνει τους παθόντες για την απόδειξή του σε δικαστήρια, αλλά οφείλει να αποτελεί νομοθετική πρόβλεψη της Πολιτείας.

γ. Περαιτέρω διαπιστωμένα προβλήματα κατά τη συνδυαζόμενη εφαρμογή των (γ) και (δ) σχετικών ως προς την εσωτερική δομή των ΕΔ:

(1) Ως προς την εσωτερική ιεραρχική δομή των ΕΔ σε επίπεδο Υπηρεσίας:

(α) Σύμφωνα με το (δ) σχετικό, αποτελεί δικαίωμα αλλά και υποχρέωση των εργαζομένων να γνωστοποιούν στον εργοδότη προβλήματα της εργασιακής τους καθημερινότητας εάν διαπιστώσουν κάτι τέτοιο (άρθρο 49).

(β) Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να έχει πλήρη εφαρμογή στο ιεραρχικό σύστημα των ΕΔ, αφού οι στρατιωτικοί δεν έχουν δικαίωμα να αναφέρουν τέτοιου είδους προβλήματα ευθέως στον Διοικητή, κατά τον τρόπο που αυτό προβλέπεται στη νομοθεσία, πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων (ιεραρχικής υποβολής υπηρεσιακών αναφορών κλπ) και πάντοτε με τους ανά περίπτωση περιορισμούς ώστε να μην χαρακτηρισθούν «κρίσεις κατά της Υπηρεσίας».

(γ) Προς επίρρωσιν του τελευταίου, παρά την πρόβλεψη του άρθρου 46 παρ.3 του (δ) σχετικού, δεν προβλέπεται διαδικασία από τα οικεία θεσμικά κείμενα που να παρέχει στους στρατιωτικούς το δικαίωμα να ζητήσουν από τον εργοδότη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

(2) Διάκριση ανάμεσα στα δικαιώματα των εργαζομένων:

(α) Αν και οι εργαζόμενοι νομοθετικά αντιμετωπίζονται ως ενιαία έννοια [(στ) σχετικό], στις ΕΔ υφίσταται σαφής διαχωρισμός ανάλογα με την εργασιακή σχέση τους (στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό). Ως εκ τούτου, υπάρχει αναντιστοιχία στα δικαιώματα με βάση αυτό το γνώμονα.

(β) Πιο συγκεκριμένα, παρόλο που το πολιτικό προσωπικό των ΕΔ έχει δικαίωμα (υπό συνθήκες) να συμμετέχει σε επιτροπές ΥΑΕ εντός των Μονάδων, αντίστοιχο δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται στο στρατιωτικό προσωπικό των ΕΔ, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει πλήρη εφαρμογή το άρθρο 46 του (δ) σχετικού περί διαβουλεύσεως των εργαζομένων [(ι) και (ιβ) σχετικά].

(γ) Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ.4 και 5 του σχετικού (δ), αναγνωρίζεται ότι ενδέχεται να παρουσιαστούν συνθήκες (οι οποίες περιγράφονται ως γενικό πλαίσιο), υπό τις οποίες ο εργαζόμενος μπορεί ακόμα και να διακόψει μια εργασία και για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να υποστεί δυσμενή μεταχείριση. Η πρόνοια αυτή στο στρατιωτικό προσωπικό όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά σε περίπτωση δυσχέρειας αποδείξεως των συνθηκών, ενδέχεται να αποτελέσει και στρατιωτικό ποινικό αδίκημα (ανυπακοή σε ειρηνική περίοδο κατά το άρθρο 53 του ΣΠΚ).

(δ) Επιπρόσθετα, ένα ακόμα παράδοξο αποτέλεσμα της ανωτέρω διάκρισης παρουσιάζεται κατά τη λήψη μέτρων ελέγχου του εργασιακού κινδύνου σε ένα οποιοδήποτε πεδίο του Οργανισμού (δραστηριότητα, διεργασία κλπ), όπου αναγκαστικά πρέπει να γίνονται διαφορετικές προσεγγίσεις για το ίδιο αντικείμενο και υπό τις ίδιες συνθήκες με μόνο γνώμονα την εργασιακή σχέση του εργαζομένου, αφού με βάση την εργασιακή σχέση παρέχονται διαφορετικές δυνατότητες αντίδρασης από τους εργαζομένους σε ενδεχόμενη μη συμμόρφωση.

(3) Ύπαρξη μη επικαιροποιημένων, με τη συνεχώς βελτιούμενη νομοθεσία περί Υ&Α, εσωτερικών κανονιστικών κειμένων [Πάγιων Διαταγών (ΠαΔ), Βασικών Διαταγών (ΒΔ) ή Μόνιμων Διαταγών (ΜΔ)], με μεγάλη πιθανότητα δημιουργίας «συγκρούσεων» με το ισχύον πλαίσιο.

δ. Έτερα προβλήματα που εδράζονται στην αδυναμία συνεργασίας του ευρύτερου νομικού/θεσμικού πλαισίου ΥΑΕ με το θεσμικό πλαίσιο των ΕΔ:

(1) Στην περίπτωση που μία εταιρία (οικονομικός φορέας) δεν συμμορφωθεί με τις υποδείξεις ή τα ισχύοντα, ακόμα και μετά το πέρας των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων, τότε της αφαιρείται η πιστοποίηση, γεγονός που δύναται να δημιουργήσει μία σειρά από ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα. Στις ΕΔ κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί, ως εκ τούτου δεν δείχνει να υφίσταται κάποιο γνωστό κατασταλτικό μέτρο που να «πιέζει» τις Υπηρεσίες προς την κατεύθυνση της συμμόρφωσης πέραν του οικείου θεσμικού πλαισίου.

(2) Παράλληλα, δεν είναι γνωστό το επίπεδο (ποσοστό) πιστοποιήσεων των Υπηρεσιών των ΕΔ, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με επισκευαστικές διαδικασίες και εκ των πραγμάτων εμπεριέχουν δραστηριότητες και διεργασίες με ιδιαίτερα αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας. Εκτιμάται ότι αυτό συμβαίνει διότι επί της ουσίας η ύπαρξη ή μη πιστοποίησης δεν φέρεται να διαδραματίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στις ΕΔ, εν αντιθέσει με την ιδιαίτερα μεγάλη σημασία της στον ιδιωτικό οικονομικό κόσμο.

(3) Ως προς τις Επιθεωρήσεις, έχουν εντοπιστεί τα εξής ζητήματα:

(α) Η βασική αρχή της επιθεωρήσεως είναι η αμεροληψία, η οποία εξασφαλίζεται μόνο όταν δεν υπάρχει η οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης ανάμεσα σε επιθεωρητή και επιθεωρούμενο. Για το λόγο αυτό καθορίζεται ότι υφίστανται τρία στάδια επιθεωρήσεων, πρώτου, δευτέρου και τρίτου επιπέδου αντίστοιχα.

(β) Σύμφωνα με τα πρότυπα 1801/2008 και 9000/2005, η επιθεώρηση πρώτου επιπέδου (ή εσωτερική) διενεργείται από τον ίδιο τον οργανισμό, η του δευτέρου επιπέδου από ενδιαφερόμενο τρίτο μέρος και η τρίτου επιπέδου από ανεξάρτητο εξωτερικό οργανισμό.

(γ) Ωστόσο στις ΕΔ, ως επιθεωρήσεις πρώτου επιπέδου λογίζονται αυτές σε επίπεδο Μονάδος, ενώ οι δεύτερου επιπέδου από, επίσης, εσωτερικούς επίσημους μηχανισμούς επιθεωρήσεων, οι οποίοι είναι προφανές ότι δεν καλύπτουν την ανωτέρω προϋπόθεση καθ’ όσον είναι εξίσου εσωτερικοί αλλά σε διαφορετικό επίπεδο ιεραρχίας. Ως εκ τούτου δεν είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίον μπορεί να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία της επιθεωρήσεως.

(4) Κατά καιρούς έχουν συναφθεί ειδικές συνεργασίες, όπως λχ το Μνημόνιο του ΥΠ.ΕΘ.Α. με το ΥΠ.Ε.Κ.Α. [(ε) σχετικό], από το οποίο προέκυψαν για τις Μονάδες μία σειρά από υποχρεώσεις, ενώ από πλευράς συναρμοδίου Υπουργείου παρέχονταν μία σειρά από δυνατότητες (όπως η χρηματοδότηση). Με την πάροδο του χρόνου, οι παροχές διεκόπησαν, ωστόσο το μνημόνιο εξακολούθησε και οι Μονάδες των ΕΔ υποχρεούνται να συνεχίσουν να γνωστοποιούν τυχόν προβλήματα υλοποίησης του ανωτέρω μνημονίου.

ε. Έτερα δομικά προβλήματα:

(1) Το γεγονός, αφ΄ ενός της δυσχέρειας εντοπισμού αποκλίσεων όπως οι ανωτέρω, αφ΄ ετέρου της έγκαιρης θεραπείας τους, καταδεικνύει πως η Υ&Α βρίσκεται εγκλωβισμένη στους δαιδαλώδεις γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, δείγμα του ότι, ενδεχομένως, να χρήζει μια επανεξέταση ως προς τη δομή διοίκησης στην οποίαν υπάγεται. Σήμερα, σύμφωνα με τη διαδικασία 4.4.1/Δ-01 του (γ) σχετικού ορίζεται ότι το ΓΕΕΘΑ βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο διοικητικής δομής με τα έτερα τρία (3) ΓΕ (παρ. 3.2) και όλα μαζί υπάγονται στον κοινό αρμόδιο φορέα του ΥΠΕΘΑ/ΓΔΟΣΥ (παρ. 3.1), που είναι η Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού και Περιβάλλοντος, ως εκ τούτου ανάμεσα στα τρία (3) ΓΕ των Όπλων και το ΥΠΕΘΑ δεν δείχνει να υφίσταται ένας κεντρικός ελεγκτικός μηχανισμός.

(2) Πέραν των ανωτέρω, δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ότι η Υ&Α χρηματοδοτείται επαρκώς, παρά το ιδιαίτερα υψηλό και αυστηρό πλαίσιο απαιτήσεων που τη διέπει και την καθιστά εξαιρετικά δαπανηρή.

(3) Μια πρόδηλη αδυναμία που έχει διαπιστωθεί εντός όλων των εσωτερικών μηχανισμών είναι και αυτή της ανταλλαγής πληροφοριών, υπό μορφή ανάδρασης «από κάτω προς τα πάνω» και αντιστρόφως.

(4) Ως προς την επικαιροποίηση των διαδικασιών, επισημαίνεται ότι, ήδη από την 31η Μαΐου 2018 βρίσκεται σε ισχύ το νέο πρότυπο Σ.Δ.Υ.Α.Ε. [σχετικό (ζ)], με το οποίο δεν έχει εισέτι εναρμονιστεί το εσωτερικό πρότυπο των ΕΔ ενώ δεν έχει λάβει χώρα και σειρά σεμιναρίων επί του νέου αυτού πλαισίου, παρόλο που το προηγούμενο δεν έχει αντικατασταθεί.

5. Εκ των ανωτέρω συνάγονται σαφέστατα τα εξής:

α. Για την εφαρμογή ενός Σ.Δ.Υ.Α.Ε. στις ΕΔ, υφίστανται μία σειρά από μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα, τα οποία, ακόμα και στις μεμονωμένες περιπτώσεις που ενδέχεται να μη δείχνουν ιδιαίτερα σημαντικά, φέρεται να επηρεάζουν την υγεία των στρατιωτικών και ως εκ τούτου πρέπει να επανεκτιμηθούν, τόσο ως προς τη σημασία, όσο και ως προς την επίδρασή τους.

β. Το πρόβλημα τελικώς φέρεται να εντοπίζεται όχι στη μη ύπαρξη νομοθετημάτων, αλλά στην πλημμελή εφαρμογή τους.

6. Κατόπιν τούτων, προτείνουμε:

α. Να συγκληθεί σύσκεψη αρμοδίων φορέων του ΥΠΕΘΑ, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών φορέων των εν ενεργεία στρατιωτικών, για υποτύπωση των προβλημάτων και κατάρτιση προτάσεων/δράσεων, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών απαιτήσεων και λοιπών αναγκών.

β. Να αναληφθούν ενέργειες νομοθέτησης του εργασιακού στρες και των σχετιζόμενων συνδρόμων (η Ομοσπονδία μας θα καταθέσει πρόταση).

γ. Να δοθούν πρόσθετες διευκρινίσεις περί τις «εγγενείς ιδιαιτερότητες των ΕΔ», ώστε είναι σαφές ποιες ακριβώς είναι αυτές, για να αποκλείονται παρερμηνείες κατά πόσον μία περίπτωση εμπίπτει ή όχι σε αυτές.

δ. Να ενεργοποιηθεί άμεσα διαδικασία υποβολής αναφορών από όλες τις Μονάδες των ΕΔ περί τα προβλήματα εφαρμογής Υ&Α, ώστε σε πρώτο χρόνο να γίνει συγκεντρωτική καταγραφή των αναγκών και εν συνεχεία να δρομολογηθεί κατάρτιση των οικονομικών απαιτήσεων.

ε. Να ξεκινήσει διαδικασία συνολικής αναθεώρησης του σχετικού (γ), προκειμένου το ισχύον πλαίσιο να ενσωματωθεί στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες των ΕΔ, ιδιαιτέρως με τροποποίηση της διαδικασίας 4.4.1/Δ-01, κατά τρόπο τέτοιο που να διασφαλίζει στο αρμόδιο γραφείο του ΓΕΕΘΑ ρόλο εποπτικού μηχανισμού της Υ&Α στις ΕΔ, ανάμεσα στα ΓΕ και το ΥΠΕΘΑ, συναφώς δε και να ελεγχθεί κατά πόσον όλα τα ΓΕ έχουν κοινή δομή υπαγωγής των Γραφείων Υ&Α στο ίδιο επίπεδο ιεραρχίας κατά τις πρόνοιες του (δ) ομοίου.

ΠΟΕΣ 526/2019 ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΔ by ΠΟ ΕΣ on Scribd

Επισυναπτόμενα αρχεία