Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

ΣτΕ: 141/2017 (Γ΄ Τμήμα) Αποζημίωση ΕΠΥ ως δίκαιη ικανοποίηση για υπέρβαση εύλογης διάρκειας δίκης

ΣτΕ: 141/2017 (Γ΄ Τμήμα) Αποζημίωση ΕΠΥ ως δίκαιη ικανοποίηση για υπέρβαση εύλογης διάρκειας δίκης

ασδ

Αριθμός 141/2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ' (ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2016, συγκροτούμενο από τη Σύμβουλο Επικρατείας Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, η οποία ορίσθηκε με την από 12 Σεπτεμβρίου 2016 πράξη της Προέδρου του Γ΄ Τμήματος, βάσει του άρθρου 56 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, με την παρουσία της Δ. Τετράδη, Γραμματέως του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 5 Ιουλίου 2016 αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης (άρθρο 53 του ν. 4055/2012): του ... ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Χουρμούζη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 

Το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 1410417-8/6.7.2016 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται προς εκδίκαση με τη διαδικασία του άρθρου 56 του ν. 4055/2012, ο αιτών, ζητεί να του επιδικασθεί, κατά τα άρθρα 53 και 57 του ίδιου νόμου, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης η οποία άρχισε με την κατάθεση της από 4.11.2009 εφέσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της 199/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και έληξε με τη δημοσίευση, στις 4.2.2016 της 380/2016 αποφάσεως του Δικαστηρίου.

3. Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 θεσμοθετήθηκε, ως νέο ένδικο βοήθημα, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο (πλην του Δημοσίου και των δημοσίων νομικών προσώπων τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισμούς κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ) και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Όπως προκύπτει και από την σχετική με τις διατάξεις των άρθρων αυτών αιτιολογική έκθεση, οι επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κατ΄ επίκληση των άρθρων 6 παράγραφος 1 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και σε συμμόρφωση προς την απόφαση – πιλότο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), της 21ης.12.2010, Αθανασίου κ.λπ. κατά Ελλάδας, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συστημικού» προβλήματος στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη, λόγω του σημαντικού αριθμού παραβιάσεων των αναφερθέντων άρθρων της Συμβάσεως και ιδίως του άρθρου 6 παράγραφος 1 αυτής, με την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Αντικείμενο της αιτήσεως είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως, τον αρμόδιο κατά περίπτωση δικαστικό σχηματισμό για την εκδίκασή της, την διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου σχηματισμού, καθώς και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία εκτιμάται η εύλογη χρονική διάρκεια της διοικητικής δίκης (βλ. ΣτΕ 4467/2012, 1, 1856/2013 κ.ά.). Τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 4055/2012, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, απαριθμούνται στο άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου και αφορούν, ειδικότερα, στη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία πρόκειται, στην πολυπλοκότητα της υποθέσεως, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, στη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και στο διακύβευμα, δηλαδή τη σημασία, της υποθέσεως για τον αιτούντα. Τέλος, όπως συνάγεται, ειδικότερα, από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 57 του Ν. 4055/2012, η κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης περιλαμβάνει τρία (3) στάδια. Στο πρώτο στάδιο, το δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, με βάση τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 57 του νόμου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του ως άνω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν θα πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβιάσεως του ως άνω δικαιώματος μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. ΣτΕ 2632, 2975/2013, ΕΔΔΑ αποφάσεις ... κατά Ιταλίας της 29ης.3.2006: σκέψη 95,...κλπ. κατά Ελλάδας της 23ης.9.2004: σκέψη 35 και ... κατά Ελλάδας της 15ης.7.2004: σκέψη 35). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, το δικαστήριο προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, αφενός, στον καθορισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την περίοδο που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, και, αφετέρου, στην επιβολή, σε βάρος του Δημοσίου των εξόδων του αιτούντος, κατά τα προβλεπόμενα, ειδικότερα, στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του προαναφερόμενου άρθρου 57 του ν. 4055/2012 (ΣτΕ 4467/2012, 1, 2975, 3217/2013, 3151/2013, 213, 214, 1114, 1115/2014 κ.ά.).

4. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 1212.4/28/07/5.11.2007 απόφαση του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την κατάταξη, το έτος 2007, στο Λιμενικό Σώμα 259 Δοκίμων Λιμενοφυλάκων. Από τις θέσεις αυτές ποσοστό 10%, δηλ. 26 θέσεις, επρόκειτο να καλυφθούν από υποψηφίους, οι οποίοι υπηρέτησαν στις Ένοπλες Δυνάμεις ως Εθελοντές Πενταετούς Υποχρεώσεως (Ε.Π.Υ.). Ο αιτών υπέβαλε την από 28.11.2007 δήλωση συμμετοχής μαζί με σχετικά δικαιολογητικά, ως υποψήφιος της πιο πάνω κατηγορίας, κατά την υψομέτρησή του, όμως, στις 28.11.2007 από την αρμόδια Επιτροπή βρέθηκε να έχει ανάστημα 1,68 μ., αντί του ελάχιστου απαιτούμενου των 1,70 μ. Επίσης, κατά τον έλεγχο των υποβληθέντων δικαιολογητικών, διαπιστώθηκε ότι ο αιτών είχε προσκομίσει αντί του απαιτούμενου πιστοποιητικού στρατολογικής καταστάσεως τύπου Α΄, φύλλο μητρώου υπαξιωματικού. Για τους προαναφερόμενους δύο λόγους με την προσβληθείσα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου 15/28.11.2007 πράξη του Προέδρου της οικείας Επιτροπής επεστράφησαν σ΄ αυτόν τα δικαιολογητικά που είχε υποβάλει για τη συμμετοχή του στον προκηρυχθέντα διαγωνισμό. Με την 199/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς απερρίφθη η από 20.12.2007 αίτηση ακυρώσεως του αιτούντος κατά της ως άνω πράξεως, με τη σκέψη ότι οι υποψήφιοι για κατάταξη δόκιμοι Λιμενοφύλακες που ανήκαν στην κατηγορία των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρεώσεως (Ε.Π.Υ.) θα έπρεπε κατά το χρόνο υποβολής του σχετικού δελτίου συμμετοχής στο διαγωνισμό να είχαν απολυθεί από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων, έχοντας εκπληρώσει την πενταετή υποχρέωση παραμονής τους σ΄ αυτές, και ότι το γεγονός αυτό θα έπρεπε να αποδεικνύεται από το προβλεπόμενο από το άρθρο 5 παρ. 1 περ. γ΄ του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος (ν. 3079/2002 - Α΄ 331) πιστοποιητικό τύπου Α΄, το οποίο και δεν είχε προσκομίσει ο αιτών. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι από το προσκομισθέν φύλλο μητρώου υπαξιωματικού δεν αποδεικνυόταν ότι κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως συμμετοχής στο διαγωνισμό ο αιτών είχε απολυθεί από τις ένοπλες δυνάμεις, ως εθελοντής πενταετούς υποχρεώσεως, αλλά ότι αντιθέτως εξακολουθούσε να υπηρετεί σ΄ αυτές ως εν ενεργεία υπαξιωματικός, γεγονός που δεν του επέτρεπε τη συμμετοχή στο διαγωνισμό. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, ο αιτών κατέθεσε στις 4.11.2009, στη γραμματεία του ανωτέρω διοικητικού εφετείου, την με την ίδια ημερομηνία έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η συζήτηση της εφέσεως προσδιορίσθηκε με πράξη του Προέδρου του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως αυτού, αρχικώς για τις 13.1.2011, οπότε αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως για τις 10.2.2011 και εν συνεχεία για τις 20.10.2011. Ακολούθως, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε διαδοχικά για τις 15.3.2012, 14.6.2012, 18.10.2012 και 13.12.2012, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, αλλά και λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών και εν συνεχεία αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως για τις 17.1.2013, 14.2.2013 και τελικώς για τις 28.2.2013, οπότε και συζητήθηκε. Η διάσκεψη της υποθέσεως έγινε στις 26.3.2013 και στις 4.2.2016 δημοσιεύθηκε η 380/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή ερμηνεύθηκε, υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. γ΄ του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, κρίθηκε δε ότι, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της διατάξεως αυτής, οι Εθελοντές Πενταετούς Υποχρεώσεως (Ε.Π.Υ.) για να υπαχθούν στην κατηγορία των υποψήφιων Δόκιμων Λιμενοφυλάκων, για την οποία εν προκειμένω επεφυλάσσετο ποσοστό 10% των προκηρυχθεισών θέσεων, έπρεπε να έχουν απολυθεί από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων και όχι να εξακολουθούν να υπηρετούν σ΄ αυτές, καθώς και ότι η ως άνω διάταξη, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των Ε.Π.Υ. που εξακολουθούν να υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις, ούτε αντίκειται στις αρχές της αξιοκρατίας και της αναλογικότητας ή σε άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή. Με τις σκέψεις αυτές, με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου απορρίφθηκαν οι περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων ρυθμίσεων σχετικοί λόγοι της εφέσεως, καθώς και η έφεση στο σύνολό της.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το διάστημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει ή όχι υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, στην υπό κρίση περίπτωση, άρχισε στις 4.11.2009, με την άσκηση της ως άνω εφέσεως και έληξε στις 4.2.2016, οπότε δημοσιεύθηκε η 380/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή, ως απορριπτική της αιτήσεως ακυρώσεως, δεν έθετε ζήτημα εκτελέσεως, ούτε απαιτούσε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων (βλ. ΣτΕ 4467/2012, 2632, 2974, 2876-9, 2975/2013, 2735/2014, 4603/2014, καθώς και ΕΔΔΑ Τεχνική Ολυμπιακή ΑΕ κατά Ελλάδας της 1.10.2013, σκ. 48). Επομένως, η όλη διαδικασία διήρκεσε έξι (6) έτη και τρεις (3) μήνες. 

6. Επειδή, από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, δεν προκύπτει ότι ο αιτών συνέβαλε με τη συμπεριφορά του στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η 380/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επισημαίνεται ότι για ένα έτος (από 20.10.2011 έως και 18.10.2012) αναβάλλετο η εκδίκαση της εφέσεως, λόγω διαδοχικών αποχών των δικηγόρων και λόγων βουλευτικών εκλογών. Οι ως άνω αναβολές, ωστόσο, δεν επιβράδυναν σημαντικά τη διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού χρόνου εκδικάσεως της υποθέσεως, των λοιπών οίκοθεν αναβολών και του χρόνου που διέδραμε πριν και μετά από τις αναβολές αυτές (πρβλ. ΣτΕ 4341/2015, 2603/2015, 2388/2015, 1-2/2015, 4069-70/2014, 3797/2014, 2735/2014, κ.ά., καθώς και αποφάσεις ΕΔΔΑ ... κατά Ελλάδας της 11.3.2004, σκ. 26-27 και 29, ... κατά Ελλάδας της 29.1.2004, σκ. 27 – 29). 

7. Επειδή, ως προς το κριτήριο της πολυπλοκότητας των τιθέμενων ζητημάτων, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής ή περίπλοκη, καίτοι τέθηκαν προεχόντως ζητήματα συνταγματικότητας και ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 περ. γ΄ του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, τα οποία επιλύθηκαν το πρώτον με την επίδικη απόφαση. Το διακύβευμα της διαφοράς ήταν, κατ΄ αρχήν, σημαντικό για τον αιτούντα, καθώς η υπόθεση είχε ως αντικείμενο την κατάταξή του σε θέση δόκιμου λιμενοφύλακα, ήτοι αφορούσε την επαγγελματική του αποκατάσταση και ως εκ τούτου συνιστούσε, κατ΄ αρχήν, εργατική διαφορά, υπό την έννοια της νομολογίας του ΕΔΔΑ (βλ. ΣτΕ 4392/2014, κ.ά., πρβλ. και ΕΔΔΑ αποφάσεις ... κατά Ελλάδας της 6.4.2000, σκ. 60, .... κατά Ιταλίας της 27.2.1992 σκ. 17,... κατά Ελλάδας της 16.9.2010, σκ. 19, κ.ά.). Τέλος, η αρνητική για τον αιτούντα έκβαση της δίκης δεν ασκεί επιρροή στο διακύβευμα της υποθέσεως και την ηθική βλάβη που στοιχειοθετείται με βάση τη διάρκεια της διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 4392/2014, 2876-9/2013, 2273/2014, ... κατά Ιταλίας της 10.11.2004 σκ. 26, κ.ά.). 

8. Επειδή, κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια, κρίνει ότι το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εκδίκασή της δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, ούτε, άλλωστε, τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η ως άνω καθυστέρηση, δεδομένου και του διακυβεύματος της υποθέσεως, προκάλεσε στον αιτούντα ηθική βλάβη, λόγω της ταλαιπωρίας, της αβεβαιότητας και της αγωνίας για την έκβασή της, για την αποκατάσταση δε αυτής παρίσταται δικαιολογημένη η επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού, ως δίκαιη ικανοποίησή του (πρβλ. ΣτΕ 1631/2016, 4236/2015, 2603/2015, 2834-6/2014, 1918/2014, 213/2014, 2876-9/2013).

9. Επειδή, η θέσπιση με το ν. 4055/2012 ειδικού ενδίκου βοηθήματος για τη δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης, δικαιολογεί την επιδίκαση στον αιτούντα με την παρούσα απόφαση χρηματικού ποσού μειωμένου σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το Ε.Δ.Δ.Α., εάν η υπόθεση είχε αχθεί ενώπιόν του, εφόσον το ποσό που θα επιδικασθεί δεν θα είναι κατώτερο ενός ευλόγου ορίου, θα στοιχεί προς την νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο της Χώρας και η απόφαση θα εκτελεσθεί αμέσως (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 10.10.2004, «... κατά Σλοβακίας», της 26.3.2006, «... κατά Ιταλίας» και της 29.3.2006 ... κατά Ιταλίας, ΣτΕ 214/2014, 4467/2012, 2974/2013, 2876 – 2879/2013, 4062/2013). Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμάται η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, η οποία συνδέεται με τον σοβαρότατο κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους, λόγω της εκτοξεύσεως σε πρωτοφανή επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους και αντικατοπτρίζεται στην οικονομική ύφεση και μείωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος αλλά και του διαθέσιμου κατά κεφαλήν εισοδήματος, καθώς και η υπογραφή από το Ελληνικό Δημόσιο νέας δανειακής συμβάσεως χρηματοδοτικής διευκόλυνσης με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), με την υποχρέωση λήψεως νέων δημοσιονομικών, φορολογικών κ.λπ. μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως (βλ. ΣτΕ 1475/2016, 2735/2014, 214/2014, 4062/2013, 2876-2879/2013, 4467/2012 κ.ά.). 

10. Επειδή, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας επί τη βάσει των προεκτεθέντων το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, κρίνει ότι πρέπει, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως, να επιδικασθεί στον αιτούντα το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ για ηθική βλάβη. Το αίτημα να καταβληθεί το ποσό αυτό νομιμοτόκως, από τη λήξη της προβλεπόμενης από τον νόμο εξάμηνης προθεσμίας από την κοινοποίηση της αποφάσεως στον Υπουργό Οικονομικών έως την εξόφληση, πρέπει, κατά τα παγίως κριθέντα, να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι από τη διάταξη του άρθρου 58 του ν. 4055/2012 δεν προβλέπεται η καταβολή τόκων επί του επιδικαζόμενου ποσού (βλ. ΣτΕ 3205, 3206, 1843, 1242/2015, 298/2016 κ.ά.). 

11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση, να αποδοθεί δε στον αιτούντα το καταβληθέν παράβολο. 

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση. 

Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, κατά το αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. 

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης του ίδιου μήνα και έτους.

Η Σύμβουλος Επικρατείας Η Γραμματέας του Γ´ Τμήματος

Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή Δ. Τετράδη

Πηγή: ΣτΕ