Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

ΣτΕ: 2334/2017 (Γ΄ Τμήμα) Επαναφορά ή μη Αξκού μετά τη μη εκλογή του στις βουλευτικές εκλογές

ΣτΕ: 2334/2017 (Γ΄ Τμήμα) Επαναφορά ή μη Αξκού μετά τη μη εκλογή του στις βουλευτικές εκλογές

Αριθμός 2334/2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Μ. Σταματελάτου, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Π. Τσούκας, Σπ. Καρύδα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ’ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 3 Οκτωβρίου 2008 έφεση:

Του …., κατοίκου Αθηνών, (…..– Παπάγου), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ……, που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο οποίος παρέστη με την Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατά της υπ’ αριθμ. 257/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. - Μ. Παπαδημητρίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (852525/08 ειδικό έντυπο παραβόλου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 257/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη η από 6-4-2005 αίτηση του ήδη εκκαλούντος, σμηνάρχου ε.α. της Πολεμικής Αεροπορίας, με την οποία, ορθώς ερμηνευόμενη, εζητείτο η ακύρωση της αρνήσεως-παραλείψεως της Διοικήσεως να ανακαλέσει το προεδρικό διάταγμα περί αποστρατείας του ανωτέρω [η οποία είχε λάβει χώρα μετά την παραίτησή του προκειμένου να συμμετάσχει, ως υποψήφιος βουλευτής, στις Βουλευτικές ….. έγγραφο του Διευθυντή Β΄ Κλάδου του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ) προς τον εκκαλούντα, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι το αίτημα περί επανόδου του στην ενεργό υπηρεσία ή «τουλάχιστον» «βαθμολογικής» του «αποκαταστάσεως» δεν δύναται να ικανοποιηθεί ενόψει των ορισμών του άρθρου 56 του Συντάγματος.

3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περίπτ. α΄ του ν. 702/1977, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222): «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, ..., β) ...». Εξάλλου, στο άρθρο 5Α του ίδιου ν. 702/1977, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ανωτέρω ν. 2944/2001, όπως ίσχυε προ της αντικατάστασής του με το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77/7-5-2008), ορίζεται ότι: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) …, β) το διορισμό ή τη μονιμοποίηση των στρατιωτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας, την αποστρατεία τους και την προαγωγή τους στους βαθμούς του Συνταγματάρχη και του Ταξίαρχου ή αντίστοιχους, γ) …, δ) …». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης (25-2-2008), υπέκειντο σε έφεση, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων επί διαφορών σχετικών με τον διορισμό και την αποστρατεία των στρατιωτικών υπαλλήλων, καθώς και την προαγωγή τους στον βαθμό του ταξίαρχου και αντίστοιχους. Με τα δεδομένα αυτά, η εκκαλουμένη απόφαση, αφορώσα σε διαφορά περί την απόρριψη αιτήματος επαναφοράς στην υπηρεσία αποστρατευθέντος στρατιωτικού υπαλλήλου ή/και προαγωγής του στον βαθμό του ταξίαρχου (αμέσως επόμενο του σμηνάρχου, τον οποίο κατέχει ο αιτών - εκκαλών), υπόκειται σε έφεση, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα με το …. έγγραφο απόψεων του ΓΕΑ προς το Δικαστήριο.

4. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη και τα στοιχεία του φακέλου, o εκκαλών, αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας με τον βαθμό του Αντισμηνάρχου, υπέβαλε στις 2-9-1996 αίτηση παραιτήσεως, προκειμένου να ανακηρυχθεί υποψήφιος κατά τις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους. Με το από 24-10-1996 προεδρικό διάταγμα (Γ΄ 211) ο εκκαλών τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία με τον βαθμό του Σμηνάρχου από την ημερομηνία επίδοσης της παραίτησής του στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Κατά τις ως άνω εκλογές ο εκκαλών δεν εξελέγη βουλευτής, υπέβαλε δε στις 6-4-2005 αίτηση προς το Γ.Ε.Α., με την οποία, όπως ερμηνεύθηκε και από τη Διοίκηση, ζήτησε την επάνοδό του στην ενεργό υπηρεσία ή -τουλάχιστον - τη βαθμολογική του αποκατάσταση. Με το ….έγγραφό του, ο Διευθυντής Β΄ Κλάδου του Γ.Ε.Α. απήντησε στον εκκαλούντα ότι το αίτημά του δεν δύναται να ικανοποιηθεί, «καθόσον το άρθρο 56 του Συντάγματος … δεν επιτρέπει ανάκληση Προεδρικού Διατάγματος που εκδόθηκε κατόπιν παραίτησης στρατιωτικού, προκειμένου να συμμετάσχει ως υποψήφιος σε Βουλευτικές Εκλογές». Αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά της παραλείψεως της Διοικήσεως να ανακαλέσει το προεδρικό διάταγμα περί αποστρατείας του (όπως εκδηλώθηκε με το ως άνω έγγραφο) απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι η προσβληθείσα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου παράλειψη της Διοικήσεως να επαναφέρει τον αιτούντα - εκκαλούντα στην ενεργό υπηρεσία είναι νόμιμη, διότι το άρθρο 56 παρ. 1 του Συντάγματος απαγορεύει ρητώς την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία των στρατιωτικών, οι οποίοι παρητήθησαν προκειμένου να λάβουν μέρος ως υποψήφιοι σε βουλευτικές εκλογές.

5. Επειδή, το Σύνταγμα, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001, ορίζει στο μεν άρθρο 29 παρ. 1 και 3 ότι: «1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα … 2. … 3. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. …», στο δε άρθρο 56 παρ. 1 ότι: «Έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, άλλοι υπάλληλοι του Δημοσίου, υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, υπάλληλοι οργανισμών αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, … δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ή να εκλεγούν βουλευτές, αν δεν παραιτηθούν πριν από την ανακήρυξή τους ως υποψηφίων. Η παραίτηση συντελείται με μόνη τη γραπτή υποβολή της. Αποκλείεται η επάνοδος στην ενεργό υπηρεσία των στρατιωτικών που παραιτούνται. …». Αντίστοιχο περιεχόμενο είχαν οι ανωτέρω διατάξεις και προ της συνταγματικής αναθεώρησης, με εν μέρει διαφορετική ρύθμιση ως προς τους πολιτικούς υπαλλήλους και λειτουργούς, των οποίων απαγορευόταν η επάνοδος στην ενεργό υπηρεσία, επί ένα έτος από την παραίτηση αυτών (άρθρο 56 παρ. 1). Εξάλλου, στο άρθρο 30 του π.δ. 92/1994 «Κωδικοποίηση Εκλογικής Νομοθεσίας» (Α΄ 69), το οποίο περιελήφθη στη συνέχεια στην κωδικοποίηση του π.δ. 55/1999 (Α΄ 58) και του π.δ. 351/2003 (Α΄ 316), ορίζετo ότι: «1. Η παραίτηση από την υπηρεσία και από τις θέσεις που σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 56 του Συντάγματος αποτελούν κώλυμα για την εκλογή στο αξίωμα του βουλευτή, είναι γραπτή και η επίδοσή της γίνεται με δικαστικό επιμελητή στον πρόεδρο του αρμόδιου για την ανακήρυξη των υποψηφίων δικαστηρίου, πριν από την ημέρα της ανακήρυξης αυτών. 2. Η παραίτηση που επιδόθηκε δεν ανακαλείται. Αυτή θεωρείται ότι έγινε αυτοδικαίως αποδεκτή με την επίδοσή της. 3. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου διαβιβάζει την παραίτηση, χωρίς αναβολή, στην αρμόδια για την παραλαβή της αρχή. 4. … 5. Ο αξιωματικός, που σύμφωνα με τα παραπάνω παραιτήθηκε και δεν εκλέχτηκε βουλευτής, είναι δυνατόν οποτεδήποτε ν’ ανακληθεί στην ενέργεια ως έφεδρος, … 6. Έφεδρος αξιωματικός σε ενέργεια θεωρείται αυτοδικαίως ότι απολύθηκε από τις τάξεις του Στρατού, από την ημέρα που υπέβαλε την υποψηφιότητα … Εάν δεν εκλεγεί βουλευτής, μπορεί ν’ ανακληθεί οποτεδήποτε. …». Κατά τη σύμφωνη προς το Σύνταγμα έννοια των ως άνω διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας, είναι μεν δυνατή η αυτεπάγγελτη, κατ’ ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, ανάκληση ως εφέδρου μονίμου στρατιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος παραιτήθηκε προκειμένου να ανακηρυχθεί υποψήφιος σε βουλευτικές εκλογές και δεν εξελέγη, σε περιπτώσεις εξαιρετικές, όπως πολέμου, επιστράτευσης ή, εν καιρώ ειρήνης, προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών. Δεν είναι όμως επιτρεπτή η κατόπιν υποβολής αιτήματος στρατιωτικού, παραιτηθέντος για τον ανωτέρω λόγο και μη εκλεγέντος, επαναφορά αυτού στην κατάσταση στην οποία τελούσε προ της αποστρατείας του, διότι τούτο αντιβαίνει στην ρητή απαγόρευση του άρθρου 56 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣΕ 2607/1989 Ολομ.). Ορθώς, επομένως, έκρινε εν προκειμένω το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα με την υπό κρίση έφεση. Είναι δε, επίσης, απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι με την έφεση, αντίστοιχοι προς τους προβληθέντες με την αίτηση ακυρώσεως ισχυρισμοί περί παραβίασης των συνταγματικών διατάξεων περί ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1), ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1), δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22 παρ. 1) και αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1), προεχόντως ενόψει της τυπικής ισοδυναμίας όλων των συνταγματικών διατάξεων και αρχών (πρβλ. ΣΕ 292/1984, 4308/2015, 95/2017), αλλά και διότι οι συγκεκριμένοι, τιθέμενοι με το άρθρο 56 του Συντάγματος, περιορισμοί στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι και οι συναφείς συνέπειες της παραίτησης αξιωματικού προκειμένου να πολιτευθεί δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνδεόμενους με την ανάγκη διαφύλαξης της πολιτικής ουδετερότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων (το στρατιωτικό προσωπικό των οποίων αποτελεί διακριτή κατηγορία, τελούσα υπό διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με το πολιτικό προσωπικό του Δημοσίου). Απορριπτέοι είναι, επίσης, για τους ίδιους λόγους, οι ισχυρισμοί περί προσβολής του άρθρου 57 περί προστασίας της προσωπικότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 934 του Αστικού Κώδικα, καθώς και των άρθρων 9 και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που προστατεύουν τις ελευθερίες της έκφρασης και του συνέρχεσθαι (ανεξαρτήτως δε του ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δημόσια θέση δεν εμπίπτει κατ’ αρχήν εντός του πεδίου προστασίας της Ε.Σ.Δ.Δ.Α. και των πρωτοκόλλων της - πρβλ. ΣΕ 1952/2012, 1173/2013).

6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την έφεση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στον εκκαλούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται στο ποσόν των τετρακοσίων εξήντα (460 ) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2014

Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος

Αικ. Συγγούνα Δ. Τετράδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Γ´ Τμήματος

Αικ. Σακελλαροπούλου Δ. Τετράδη

Πηγή: ΣτΕ